Ο Όμηρος στον 21ο αιώνα

Δεκεμβρίου 6, 2009 - Leave a Response

«Κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο είναι είτε η Ιλιάδα είτε η Οδύσσεια» [Ρεϊμόν Κενώ]

  1. Dan Simmons, Ίλιον (2003). Από το απώτατο παρελθόν στο απώτατο μέλλον: ο πόλεμος της Τροίας επαναλαμβάνεται, σε πλανητική διάσταση αυτή τη φορά, ενορχηστρωμένος από ανώτερες υπάρξεις αντίστοιχες με τους θεούς των αρχαίων Ελλήνων. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι βιορομποτικοί οργανισμοί Μανμούτ, μελετητής των σονέτων του Σαίξπηρ, και Όρφου, λάτρης του Προυστ, καθώς επίσης και η Άντα, η οποία κατάγεται από την ομώνυμη ηρωίδα του Ναμπόκοφ.    
  2. Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, Ομήρου Ιλιάδα (2004). Ο Ιταλός συγγραφέας διηγείται σε σύγχρονο λόγο την ιστορία της Ιλιάδας μοιράζοντας την αφήγησή του σε είκοσι ένα διαφορετικά μυθικά πρόσωπα, αφαιρώντας τις θεϊκές παρεμβάσεις και τονίζοντας την ομορφιά του πολέμου· καλεί έτσι τον σημερινό αναγνώστη να επινοήσει μια άλλου είδους ομορφιά που θα μπορέσει ίσως να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην ειρήνη. 
  3. Μάργκαρετ Άτγουντ, Πηνελοπιάδα (2005). Η Πηνελόπη αναλαμβάνει η ίδια να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής της και μαζί αυτήν του Οδυσσέα από μια σύγχρονη, φεμινιστική και ειρωνική σκοπιά. Τον λόγο παίρνουν επίσης οι δώδεκα θεραπαινίδες της πιστής βασίλισσας, τις οποίες ο ομηρικός Οδυσσέας κατηγόρησε για συνεργασία με τους μνηστήρες και τις απαγχόνισε, για να πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας.
  4. Δημήτρης Μίγγας, Τηλέμαχου Οδύσσεια (2007). Ο Τηλέμαχος Χαρίτος είναι ένας αλαφροΐσκιωτος που ζει σ’ ένα νησί του Ιονίου πελάγους, μακρινός, καθώς υποστηρίζει, απόγονος και κοντοχωριανός του Οδυσσέα. Θα ζήσει, με τον δικό του ιδιότυπο τρόπο, έρωτες και ηρωισμούς και όπως κι ο μυθικός συνονόματός του θα βγει κι αυτός σε αναζήτηση του πατέρα του για να τον βρει τελικά επιστρέφοντας στον τόπο του και να τον αγνοήσει επιδεικτικά.
  5. Χ.Α. Χωμενίδης, Λόγια φτερά (2009). Ο παππούς του Ομήρου παίρνει τον λόγο και λίγο πριν τον θάνατό του αφηγείται στον εγγονό του τη συναρπαστική και περιπετειώδη ζωή ενός αοιδού του 8ου π.Χ. αιώνα που περιπλανιέται σε ολόκληρη την Ελλάδα και μαζί τη δύναμη και τη μαγεία του αφηγηματικού λόγου που κρατάει ως σήμερα.

 

[Το δεύτερο τεύχος του Bookmarks βρίσκεται εδώ]

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα στον Σολάρις (Bookmarks #2)

Δεκεμβρίου 3, 2009 - Leave a Response

Τετάρτη. Μου αρέσει όταν έχω τη δυνατότητα (καμιά φορά κι όταν δεν την έχω) να κάθομαι μια-δυο ώρες μόνος σε μια καφετέρια και να διαβάζω το βιβλίο μου, να γράφω ή να κάνω όποια άλλη δουλειά μπορεί να γίνει σε ένα τέτοιο μέρος (καθώς και μερικές που δεν μπορούν να γίνουν). Έτσι και σήμερα: ξεμπέρδεψα νωρίς με τις πρωινές μου υποχρεώσεις κι ύστερα έπιασα τραπέζι πλάι στο παράθυρο κι έμεινα εκεί ως τις τρεις περίπου πίνοντας πρώτα καφέ κι ύστερα μια μπύρα. Είχα μαζί μου την ποιητική συλλογή της Χριστίνας Οικονομίδου «Matthew και Shirley» (εκδόσεις Απόπειρα), που ήθελα να τη διαβάσω σήμερα προσεκτικά κρατώντας κάποιες σημειώσεις για κάθε νόμιμη χρήση. Σπανίως όμως έχω μαζί μου ένα μόνο βιβλίο· έτσι έπιασα πρώτα στα χέρια μου το «Σολάρις» του Στανισλάβ Λεμ που μόλις το είχα αγοράσει και δεν το ακούμπησα κάτω παρά όταν είχα διαβάσει τις πρώτες εξήντα σελίδες του.  

Πέμπτη. Αν επρόκειτο κάποιος (δεν βλέπω βέβαια τον λόγο γιατί να το κάνει αυτό κανείς, αλλά έστω) να διαβάσει ένα μόνο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας στη ζωή του, αυτό το βιβλίο θα έπρεπε νομίζω να είναι το «Σολάρις» (εκδόσεις Ποταμός, μετάφραση Γιώργου Τσακνιά). Γιατί στις σελίδες του κυριαρχεί το κεντρικό αυτού του λογοτεχνικού είδους ερώτημα: αν μέσω της επιστημονικής ή όποιας άλλης γνώσης μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει πραγματικά το σύμπαν που τον περιβάλλει και να αλλάξει έτσι και ο ίδιος ή αν θα μείνει για πάντα κλεισμένος στα στενά όρια της ύπαρξής του και της ατομικής του συνείδησης.

Παρασκευή. Στο βιβλίο του Λεμ οι επιστήμονες που βρίσκονται στον πλανήτη Σολάρις δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από τις αναμνήσεις και από το υποσυνείδητό τους: ο μυστηριώδης πλανήτης έχει τη δυνατότητα να διαβάζει τη σκέψη και να επαναφέρει στη ζωή μορφές του παρελθόντος δίνοντας έτσι στους ανθρώπους μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσουν τα λάθη τους και να ξαναζήσουν όσα έχασαν ή βυθίζοντάς τους σε έναν διαρκώς επανερχόμενο ζωντανεμένο εφιάλτη. Οι προθέσεις του οργανισμού – καλές, κακές ή ουδέτερες – που κατοικεί τον πλανήτη και δημιουργεί το φαινόμενο της επανάληψης δεν γίνονται ως το τέλος κατανοητές από τους ανθρώπους, γεγονός απολύτως σύμφωνο με την αγνωστικιστική σκέψη του Στανισλάβ Λεμ, ο οποίος δημιουργεί εδώ ένα αξεπέραστο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, που είναι συγχρόνως μια φιλοσοφική πραγματεία για τα όρια της ανθρώπινης γνώσης, ένα περιπετειώδες αφήγημα γεμάτο εσωτερικές ανατροπές και αγωνία και μια ασυνήθιστη αλλά συγκινητική ερωτική ιστορία. 

Σάββατο. Απ’ όλες τις ερωτικές ιστορίες που έχουν καταγράψει οι συγγραφείς των αιώνων εκείνη που περισσότερο αιχμαλωτίζει τον νου και την καρδιά όποιου έχει έστω μια φορά αγαπήσει είναι η τραγωδία «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» που έγραψε ο Σαίξπηρ το 1595 και έχει καταστεί πλέον αρχετυπική, ένα είδος προτύπου δηλαδή μες στην ψυχή κάθε ανθρώπου για το πώς πρέπει να είναι η αληθινή αγάπη. Είναι η ιστορία του κεραυνοβόλου και παράφορου έρωτα δύο νέων από τη Βερόνα που βρίσκει από την πρώτη στιγμή ανυπέρβλητο εμπόδιο το βαθύ μίσος που χωρίζει τις οικογένειές τους με αναπόφευκτη κατάληξη τον τραγικό θάνατο των δύο ερωτευμένων αλλά όχι και της αγάπης τους· «κι αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη», καθώς το διατυπώνει ο Ντύλαν Τόμας σ’ ένα του ποίημα.

Κυριακή. Το «Ρωμαίος κι Ιουλιέττα» είναι ένα έργο που ως ένα σημείο της πλοκής του έχει όλα τα γνωστά χαρακτηριστικά των κωμικών και ανάλαφρων έργων του Σαίξπηρ, για να μεταβληθεί με μιαν άξαφνη ανατροπή σε μια σκοτεινή ιστορία έρωτα και θανάτου, σε μια ιστορία που αποδεικνύει ότι ο έρως μπορεί στ’ αλήθεια να είναι ακαριαίος και αιώνιος, αρκεί να είναι αδιαπραγμάτευτος και να είναι παράφορος και να έχει ντυθεί τα λόγια ενός μεγάλου ποιητή. Ο ποιητικός λόγος του Σαίξπηρ αποτελεί ωστόσο ένα μόνο από τα στοιχεία της απόλαυσης που προσφέρουν τα έργα του Άγγλου δημιουργού· ένα άλλο βρίσκεται, βέβαια, στην ιστορία που επινοεί και στον τρόπο με τον οποίο τη δραματοποιεί. Δεν είναι όμως πάντα εύκολο να τα αφομοιώσει κανείς και τα δύο ταυτόχρονα: όταν διαβάζουμε το κείμενο κατανοούμε και απολαμβάνουμε τον έντονα μεταφορικό και περιγραφικό σαιξπηρικό λόγο και τη γλωσσική σοφία του ποιητή· όταν πάλι παρακολουθούμε μια παράσταση κερδίζουμε το δραματικό αποτέλεσμα, χάνουμε όμως κάτι από την ποίηση.

Δευτέρα. Παρακολουθώντας προχθές στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» με έκπληξή μου διαπίστωσα πόσο αρμονικά προσφέρονταν και τα δύο στοιχεία – δράση και ποίηση – στον θεατή της παράστασης χωρίς η παρακολούθηση του πρώτου να δυσχεραίνει την κατανόηση του δεύτερου. Η μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση και στην οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται το ευτυχές αποτέλεσμα είναι του Διονύση Καψάλη (εκδόσεις Πατάκη, 1996). Θέλησα επί τη ευκαιρία να ξεφυλλίσω τις δύο μεταφράσεις του έργου που (πίστευα ότι) έχω στη βιβλιοθήκη μου. Όμως την προγραμματικά λαϊκή και από καιρό ξεπερασμένη μετάφραση του Βασίλη Ρώτα (εκδόσεις Επικαιρότητα) την έχω αποθηκεύσει σε κάποιο άγνωστο σημείο του σπιτιού, ίσως και εκτός αυτού. Όσο για τη σύγχρονη, απαλλαγμένη από γλωσσικές αγκυλώσεις και καθ’ όλα ικανοποιητική μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ (εκδόσεις Κέδρος), αυτή βρίσκεται στα χέρια μιας μαθήτριας στην οποία την είχα πέρυσι δανείσει για λίγες μόνο μέρες – όπως γίνεται συνήθως. Έχω ευτυχώς το «Ανθολόγιο» του Σαίξπηρ σε μετάφραση και επιλογή κειμένων επίσης του Μπελιέ και προσωρινά βολεύομαι.

Τρίτη. Ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο. Σκέφτομαι συχνά τις δύο εκείνες φράσεις που κάθε άνθρωπος θα πρέπει να θυμάται όταν έρχεται αντιμέτωπος με αίτημα δανεισμού κάποιου βιβλίου του: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ;», διαβάζουμε στον «Ζούκερμαν δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ. «Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά». Η δεύτερη φράση ανήκει σ’ έναν αναγνώστη παλαιάς κοπής, του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι: «Μόνο οι ανόητοι δανείζουν βιβλία», παρατήρησε κάποτε συζητώντας μπροστά στα ξέχειλα ράφια της βιβλιοθήκης του, για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Όλα αυτά τα βιβλία ανήκαν κάποτε σε ανόητους». Κλαίω όταν σκέφτομαι τα βιβλία που έχουν βγει ανεπιστρεπτί απ’ το σπίτι μου και χαμογελάω πικρά κοιτάζοντας το μοναδικό βιβλίο που έχω αποκτήσει δι’ αυτής της μεθόδου, το αφήγημα της Κατερίνας Τσιτσεκλή «Η γυναίκα ανάμνηση» με μέσα αντί για σελιδοδείκτη μια κάρτα από κάποιο ξενοδοχείο της Μυκόνου. 

 

 Αποσπάσματα από τα βιβλία

 «Έβγαλα από τη θέση του ένα λεπτό φυλλάδιο του Γκάστρομ, ενός από τους πιο εκκεντρικούς συγγραφείς σε ολόκληρη την περί τον Σολάρις φιλολογία. Το είχα διαβάσει· πήγαζε από τη διάθεση να κατανοηθεί αυτό που είναι πέρα από τα όρια της ανθρωπότητας και στρεφόταν κυρίως ενάντια στον άνθρωπο, ως άτομο και ως είδος. Σε αυτό το βιβλιαράκι των δεκαπέντε σελίδων (το magnum opus του!), ο Γκάσρομ ξεκινάει ν‘ αποδείξει ότι και τα πιο αφηρημένα επιτεύγματα της επιστήμης, οι πιο προχωρημένες θεωρίες και οι θρίαμβοι των μαθηματικών δεν αποτελούν παρά ελάχιστη πρόοδο, ένα δυο μονάχα μικρά βήματα από την άγρια, πρωτόγονη και ανθρωπομορφική αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Επεσήμανε αντιστοιχίες που έχουν με το ανθρώπινο σώμα – τις προβολές των αισθήσεών μας, τη φυσική δομή του οργανισμού μας, τα όρια που θέτει η ανθρώπινη φυσιολογία – οι εξισώσεις της θεωρίας της σχετικότητας, του θεωρήματος των μαγνητικών πεδίων και των διάφορων ενοποιημένων θεωριών πεδίου. Το συμπέρασμα του Γκάστρομ ήταν ότι ούτε υπήρξε ούε θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ θέμα «επαφής» μεταξύ της ανθρωπότητας και οποιουδήποτε μη ανθρώπινου οργανισμού.»

[Stanislaw Lem, Σολάρις, μτφ. Γιώργος Τσακνιάς, εκδ. Ποταμός]

«Άπλωσε τα πυκνά σου πέπλα,

νύχτα, προστάτισσα του έρωτα, κλείσε τα μάτια των αδιάκριτων,

για να ορμήσει ο Ρωμαίος μου στην αγκαλιά μου

χωρίς κανένας να τον δει και να τον μαρτυρήσει.

Στους εραστές αρκεί το φως της ομορφιάς τους

για να βλέπουν όσο αγαπιούνται· χώρια που ο έρωτας,

τυφλός καθώς τον λένε, προτιμάει το σκοτάδι.

Έλα, νύχτα σεμνή, δέσποινα σεβαστή κατάμαυρα ντυμένη,

και δίδαξέ με πώς θα κερδίσω σ’ ένα παιχνίδι

όπου δυο αμόλυντα κορμιά θα χάσουνε την παρθενιά τους.

Σκέπασε με τον μαύρο μανδύα σου το αίμα μου,

που άντρα δεν έχει γνωρίσει και μου καίει τα μάγουλα,

ωσότου ο άμαθός μου έρωτας να ξεθαρρέψει

και να καταλάβει πως κάθε αληθινή αγάπη είν’ αγνή.»

[Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ανθολόγιο, μτφ Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος]

Ο Ροβινσών Κρούσος και οι άλλοι Ροβινσώνες

Νοεμβρίου 28, 2009 - 8 Responses

«Η νήσος είναι κατάφυτη και καρπερή. Έχει πολλές καρύδες και οπώρες. Έχει πουλιά (πουλιά του Παραδείσου) έχει και ζώα. Όμως δεν έχει παρά έναν μονάχα κάτοικο – τον ναυαγό.» [Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα]

  1. Ντάνιελ Ντιφόου, Η ζωή και οι εκπληκτικές περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου, από το Γιορκ, γραμμένη από τον ίδιο (1719). Η θαυμαστή ιστορία του τυχοδιώκτη που έρχεται αντιμέτωπος με τη φύση, τη μοναξιά, την απελπισία και χάρη στην επινοητικότητά του διασώζεται έχει καταστήσει τον Ροβινσώνα μία από τις αρχετυπικές μορφές της σύγχρονης συνείδησης, πλάι στον Οδυσσέα, τον Δον Κιχώτη και τον Άμλετ.
  2. Ιούλιος Βερν, Σχολή Ροβινσώνων (1882). Πλούσιος και κακομαθημένος νέος ναυαγεί σε ερημονήσι και, άκων εκών, ανακαλύπτει τις πραγματικές αξίες της ζωής – ό,τι περίπου κατορθώνει, έναν αιώνα αργότερα, και ο “Ναυαγός” Τομ Χανκς στην ταινία με αυτόν τον τίτλο. 
  3. Μισελ Τουρνιέ, Παρασκευάς ή Στις μονές του Ειρηνικού (1967). Ένας Ροβινσώνας που έχοντας ανακαλύψει στον τόπο του ναυαγίου του και στο πρόσωπο του Παρασκευά τον εαυτό του και τον Άλλο αρνείται, στο τέλος, να εγκαταλείψει το νησί του.
  4. Τζ. Μ. Κουτσί, Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα (1986). Μια γυναίκα ναυαγεί στο νησί όπου βρίσκεται ήδη ναυαγός ο Ροβινσώνας και αφηγείται τη δική της εκδοχή της κοινής τους ιστορίας, καθώς και τις μεταμορφώσεις που υφίσταται η αλήθεια στο μυαλό του συγγραφέα και του αναγνώστη.
  5. Φαίδων Ταμβακάκης, Οι ναυαγοί της Πασιφάης (1997). Τρεις Έλληνες ναυαγούν σ’ ένα μυστηριώδες νησί και αγωνίζονται τόσο για την επιβίωση τους όσο και για να διασώσουν τη μνήμη τους, έχοντας να επιλέξουν ανάμεσα σε μια εξωανθρώπινη αθανασία και στην κοινή ανθρώπινη θνητότητα.    

 Όποιος δεν βρήκε το πρώτο τεύχος του Bookmarks μπορεί να το ξεφυλλίσει on line εδώ.

Η δύσπνοια του Σωτάκη και το ορεινό αεράκι του Πετράρχη. Η ποίηση της Κατερίνας Βασιλειάδου

Νοεμβρίου 25, 2009 - Leave a Response

[Το πρώτο τεύχος του Bookmarks κυκλοφορεί. Πιάστε το στα χέρια σας, ξεφυλλίστε το, διαβάστε το!]

Τετάρτη. Ένας φτωχός και άνεργος νέος άνδρας, με όνειρα για το μέλλον και έγνοια για την άρρωστη μητέρα του, δέχεται να μετατρέψει το σπίτι του σε αποθηκευτικό χώρο για λογαριασμό μιας μυστηριώδους εταιρείας η οποία τον προσλαμβάνει για έναν χρόνο και τον πληρώνει εξαιρετικά γενναιόδωρα, υπό τον όρο να δέχεται όσα βαρύτιμα έπιπλα τού φέρνουν οι μεταφορείς της εταιρείας για φύλαξη. Σταδιακά όμως η κατάσταση γίνεται όλο και πιο αλλόκοτη και εφιαλτική για τον ήρωα της ιστορίας, καθώς είναι αναγκασμένος να παραμένει διαρκώς έγκλειστος στον χώρο του σπιτιού του, ο οποίος μάλιστα όλο και συρρικνώνεται μαζί και με την προσωπική του ελευθερία, ενώ οι οικονομικές του απολαβές αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς.

Πέμπτη. Διαβάζοντας από χθες το μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη «Το θαύμα της αναπνοής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, και έχοντας ήδη υπόψη μου κάποιες κριτικές που έχουν δημοσιευτεί για αυτό, έρχονταν στο μυαλό μου όλες οι προφανείς ερμηνείες που μπορεί να δοθούν στην ιστορία που αφηγείται: ότι ο άνθρωπος θάβεται κάτω από τα υλικά αγαθά, ότι η παθητικότητα και η αδυναμία αντίδρασης αλλά και η άκρατη καταναλωτική ροπή της εποχής οδηγούν στη στέρηση της ελευθερίας, ότι το χρήμα και η ευμάρεια δεν οδηγούν στην ευτυχία. Όταν όμως την περασμένη νύχτα βίωσα, κατά κάποιον τρόπο, στον ύπνο μου την κατάσταση που περιγράφει ο συγγραφέας, συνειδητοποίησα πως η αξία του έργου δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην αλληγορική της ή όποια άλλη ερμηνεία, αλλά στον τρόμο και στη δύσπνοια της ανάγνωσης, όπως και στον ρεαλισμό της κλειστοφοβικής πραγματικότητας που πετυχαίνει ο Σωτάκης – όπως εξάλλου και ο Κάφκα στα δικά το εφιαλτικά έργα.

Παρασκευή. Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, εν μέρει και την ώρα να περάσω, αλλά και για ν’ αναπνεύσω λίγο ορεινό οξυγόνο μετά τη δύσπνοια της χθεσινής ανάγνωσης, άνοιξα σήμερα την «Ανάβαση στο όρος Βεντού» του Πετράρχη που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου από τις εκδόσεις Άγρα. Πρόκειται για μιαν επιστολή που έστειλε ο Πετράρχης σ’ έναν φίλο του μοναχό για να του περιγράψει την ανάβασή του στην κορυφή ενός βουνού στις 26 Απριλίου του έτους 1336 και θεωρείται από τους μελετητές η ιδρυτική πράξη του δυτικού ενδιαφέροντος για το τοπίο αλλά και της οπτικής ευαισθησίας του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος εκείνη ακριβώς την εποχή (της αρχόμενης δηλαδή Αναγέννησης) τολμάει να πάρει για λίγο το βλέμμα του από την ψυχή του και τη μετά θάνατον τύχη της και αρχίζει να αντικρίζει πραγματικά τον εξωτερικό κόσμο.

Σάββατο. Για άλλη μια φορά διαπιστώνω, με αφορμή την ανάγνωση του Πετράρχη, πόση αλήθεια κρύβει ο κοινός τόπος που λέει πως κάθε αναγνώστης βρίσκει στα βιβλία που διαβάζει αυτό ακριβώς που εκείνη τη στιγμή γυρεύει. Γιατί αυτό που εγώ κυρίως διάβασα στην «Ανάβαση» ήταν ένα εξαιρετικά απολαυστικό μικρό κείμενο γεμάτο με οικείες βιβλιοφιλικές αναφορές, απ’ αυτές που κι ο ίδιος απολαμβάνω να καταγράφω. Όπως το διατυπώνει ο Νίκος Δασκαλοθανάσης σε ένα από τα επίμετρα της έκδοσης, «αυτή η επιστολή όχι μόνο εγκλείει όλη τη δυτική φιλολογική παράδοση αλλά αποτελεί και ένα, λαβυρινθώδες, υπόδειγμα διακειμενικότητας. Η αφήγηση της ανάβασης στο Mont Ventoux από τον “βιβλιοφάγο” Πετράρχη χτίζεται κυριολεκτικά πάνω σε βιβλία».    

Κυριακή. Μόλις ξέπνοος έφτασε ο Πετράρχης στην κορυφή του βουνού άνοιξε στην τύχη μια σελίδα των «Εξομολογήσεων» του Αυγουστίνου και βάλθηκε να διαβάζει δυνατά. Εγώ σήμερα κάθομαι με την κόρη μου μπροστά στο αναμμένο τζάκι και της διαβάζω δυνατά τις «Περιπέτειες του Πινόκιο» του Κάρλο Κολόντι από τις εκδόσεις Ερευνητές – τη ζωή ενός παιδιού που γυρεύει να μάθει ποιος πραγματικά είναι και δεν δέχεται αμαχητί να ενταχθεί στα καλούπια της κοινωνίας: «Κεφάλαιο 9. Ο Πινόκιο πουλάει το αλφαβητάριό του για να πάει να δει κουκλοθέατρο».              

Δευτέρα. Η μέρα σήμερα, όση δηλαδή περισσεύει από τις πιεστικές βιοτικές μέριμνες, είναι αφιερωμένη στην ανάγνωση των ποιημάτων του Πετράρχη, που τα διαβάζω από την πλούσια σε συνοδευτικό υλικό δίγλωσση έκδοση «Εικοσιπέντε σονέτα και δύο τραγούδια», σε μετάφραση (όχι απολύτως ικανοποιητική δυστυχώς) της Κατερίνας Γλυκοφρύδη, εκδόσεις Γκοβόστη: «Λίγους συντρόφους θα έχεις σ’ αυτές τις στράτες, / μα σε παρακαλώ πνεύμα ευγενικό εσύ, τέλος / μη δώσεις στην υπέροχή σου αυτή την πορεία».  

Τρίτη. Η ποίηση του Πετράρχη είναι, κατά βάσιν, ερωτική. Το ίδιο θα έλεγα, ως έναν βαθμό, και για την ποίηση της Κατερίνας Βασιλειάδου, την πρώτη συλλογή της οποίας, «Ένταλμα σύλληψης» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, διαβάζω σήμερα. Εκεί όμως που ο Ιταλός ποιητής της Αναγέννησης υψώνει τον έρωτα προς τα ουράνια και συνενώνει το ερωτικό με το θρησκευτικό πάθος, η σύγχρονη ποιήτρια παρουσιάζει τη συντριβή του έρωτα στη ζοφερή καθημερινότητα. Στα ποιήματά της κάθε αίσθημα και εκδήλωση αγάπης μοιάζει καταδικασμένη να βουλιάξει στην τυραννία του τετριμμένου: «Πώς να περισσέψει χώρος / για μια τρυφερή κουβέντα / αφού το δωμάτιο γέμισε / από απλήρωτους λογαριασμούς;». Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη και, ταυτόχρονα, η αδυναμία της ποίησης αυτής – στην τόλμη της να ταυτίζει τη λύπη από τον χωρισμό και την απουσία του αγαπημένου με τα λίπη που μια πλαδαρή ύπαρξη συσσωρεύει στο σώμα. Κάποιες φορές η ισορροπία ανάμεσα στα δύο συστατικά, το καθημερινό της ζωής από τη μία και το διαφορετικό του έρωτα από την άλλη, επιτυγχάνεται· κάποιες άλλες όχι.

 

«Τότε σκέφτηκα πως ταίριαζε να διαβάσω κάτι από τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου: ένα αντίτυπό τους, που το χρωστώ στη γενναιοδωρία σου, ποτέ δεν το αποχωρίζομαι, κι έτσι τιμώ τον συγγραφέα και συνάμα τον δωρητή – το βιβλίο είναι τόσο μικρό όσο μια παλάμη, κι όμως χαρίζει απέραντο βάλσαμο. Το ανοίγω λοιπόν, κι αποφασίζω να διαβάσω στην τύχη. Και πέφτω σε μια σελίδα που είναι γεμάτη με – τι άλλο; – με αγιοσύνη κι ευσέβεια. Ήταν από το δέκατο βιβλίο των Εξομολογήσεων. Ο αδελφός μου, που περίμενε ν’ ακούσει από το στόμα μου τα λόγια του Αυγουστίνου, στεκόταν δίπλα μου με αυτιά ορθάνοιχτα. Μάρτυς μου ο Θεός, κι ο αδελφός μου που ήταν δίπλα μου, πως οι πρώτες γραμμές όπου σταμάτησε το βλέμμα μου ήσαν ετούτες: «Οι άνθρωποι δεν παύουν να θαυμάζουν τις κορυφές των βουνών, τα πελώρια κύματα της θάλασσας, τα πλατιά ποτάμια, τις ακτές των ωκεανών, τις περιφορές των ουρανίων σωμάτων, όμως παραμελούν τον εσώτερο εαυτό τους.»

[Πετράρχης, Ανάβαση στο όρος Βεντού]

«Όσο περνούσαν οι μέρες άρχισα να χάνω την αίσθηση του χρόνου, περισσότερο βέβαια επειδή το ζήτημα είχε πάψει να με απασχολεί. Τι σημασία είχε τι μέρα ήταν ή αν διανύαμε, για παράδειγμα, ένα σαββατοκύριακο, η καθημερινότητά μου καθοριζόταν από ένα απόλυτα σχηματισμένο, περιοριστικό πλαίσιο και τίποτα δεν μπορούσε να την αλλοιώσει. Το αν βρισκόμασταν στο τέλος του μήνα ή στις αρχές του επόμενου δεν επηρέαζε λειτουργικά και άμεσα τη ζωή μου, γεγονός που μου έδωσε σταδιακά την ευκαιρία να μετατρέψω εγκεφαλικά όλη αυτήν τη διαδικασία της αναμονής σε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Καθώς αισθανόμουν το χρόνο να φεύγει και τον εαυτό μου να έχει αμετάκλητα εγκλωβιστεί σε μια διαρκή και αναπόσπαστη συνέχεια, κάτω από συνθήκες μάλιστα τις οποίες δεν είχα διαμορφώσει εγώ ο ίδιος, άρχισα να φαντάζομαι, για να κάνω ευκολότερο το έργο μου – ότι όσα γίνονταν ήταν μια ιδιόμορφη θυσία απ’ τη μεριά μου, ότι, κατά κάποιον τρόπο, θυσιάζομαι για να πραγματοποιήσω εν τέλει τα όνειρά μου, όνειρα που θα βιώσω με τη μεγαλύτερη ένταση που ένιωσε ποτέ άνθρωπος πάνω σ’ αυτό τον κόσμο, με ηδονή που δε δοκίμασε κανείς. Όλα ήταν θέμα χρόνου.»

[Δημήτρης Σωτάκης, Το θαύμα της αναπνοής]

Bookmarks Σελιδοδείκτες

Νοεμβρίου 22, 2009 - 7 Responses

Η φύση απεχθάνεται το κενό (και το κενό απεχθάνεται τον Γιώργο Τσακνιά, όπως γνωρίζουμε κατόπιν δικής του ομολογίας στην πρώτη σελίδα της Bookpress). Γι’ αυτόν τον λόγο όσο περιορίζεται ο αριθμός και ο όγκος και πέφτει, σε κάποιες περιπτώσεις, η ποιότητα των εβδομαδιαίων ένθετων για το βιβλίο που κυκλοφορούν με τις ημερήσιες εφημερίδες τόσο αυξάνεται η ανάγκη της φύσης για νέου τύπου ανάλογα έντυπα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις ανάγκες των αναγνωστών και των πάσης κατηγορίας βιβλιοφίλων.

Αυτή την ανάγκη, ενός αξιανάγνωστου εβδομαδιαίου περιοδικού για το βιβλίο, έρχεται τώρα να καλύψει ένα νέο έντυπο που έχει το όνομα Bookmarks. Είναι το πρώτο εβδομαδιαίο free press περιοδικό για το βιβλίο και πρόκειται να κυκλοφορήσει την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου, και στη συνέχεια κάθε Τετάρτη, στα βιβλιοπωλεία όλης της Ελλάδας αλλά και σε επιλεγμένα δισκοπωλεία και café.

Διαβάζουμε στο δελτίο τύπου: «Με συνολικό μηνιαίο τιράζ 20.000 αντιτύπων, το Bookmarks θα αποτελεί απαραίτητο εργαλείο ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού. Με φρέσκο σχεδιασμό και 48 σελίδες εξ ολοκλήρου αφιερωμένες στο βιβλίο, θα συμπεριλαμβάνει κριτικές, συνεντεύξεις, αφιερώματα και πρωτότυπες στήλες γραμμένες από νέους ανθρώπους αλλά και αναγνωρισμένους συνεργάτες. Ελληνική, μεταφρασμένη (αλλά και ξενόγλωσση) λογοτεχνία, συνεντεύξεις, άρθρα, εκδηλώσεις, ποίηση, κόμικ, παιδικό βιβλίο. Επίσης, θα συμπεριλαμβάνεται εβδομαδιαίο δελτίο με όλες τις νέες κυκλοφορίες από την ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ».

Το Ημερολόγιο Ανάγνωσης με τη μορφή περίπου που έχει ως blog, με τα καθημερινά του διαβάσματα δηλαδή, τις λίστες βιβλίων και ό,τι άλλο υποπίπτει στην αντίληψή του, θα βρίσκεται στο εξής και στις σελίδες του Bookmarks και στο διαδίκτυο.

Από Τετάρτη 25 Νοεμβρίου, λοιπόν, Αικατερίνης της Μεγαλομάρτυρος, και κάθε Τετάρτη στο εξής (ανεξαρτήτως εορτολογίου) το Bookmarks μπαίνει στη ζωή μας. Για να δούμε…

Νικόλας Κάλας: Η τέχνη και η τεχνική της μεταμόρφωσης

Νοεμβρίου 13, 2009 - One Response

Μπορούμε, σύμφωνα με μιαν άποψη, αν βέβαια μας ελκύουν τέτοιου είδους παιχνίδια – και γιατί όχι, εφόσον αποτελούν μόνο παιχνίδια και όχι αξιολογικά κριτήρια – να χωρίσουμε τους δημιουργούς σε δύο γενικές κατηγορίες. Από τη μία είναι αυτοί – καθόλου λίγοι, είναι η αλήθεια – που στην εργασία τους βασικό μέλημα και κύρια μέριμνά τους αποτελεί να φανερώσουν την καρδιά τους ολότελα ξεγυμνωμένη (κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του Baudelaire, ο οποίος ωστόσο δεν εντάσσεται εύκολα σε αυτή την κατηγορία) και να το κάνουν μάλιστα με τέτοιον τρόπο που να αποκλείει κάθε περίπτωση σύγχυσης ή αποπροσανατολισμού του κοινού τους. Κι από την άλλη υπάρχει μια άλλη μερίδα κάθε είδους καλλιτεχνών οι οποίοι αρέσκονται και επιτηδεύονται με το έργο τους να μετατρέπουνε τις λύσεις σε αινίγματα (αν θυμάμαι καλά τη χαρακτηριστική έκφραση του Ελύτη, του οποίου ωστόσο διαρκές ιδανικό αποτελούσε η διαφάνεια), και προσπαθούν να κρύβουν και ν’ αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους και τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους δοκιμάζοντας συνεχώς νέα τεχνάσματα και αιφνίδιες μεταμορφώσεις. Οι πρώτοι – δίχως τις περισσότερες φορές να το πολυσκεφτούν – ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στο κόκκινο (όπως, σε ένα άλλο επίπεδο βέβαια, έκανε κάποτε και ο Μαρξ)· οι άλλοι γνωρίζουν τις περισσότερες φορές ότι οι πιθανότητες είναι μοιρασμένες στη μέση και παρόλα αυτά τα δίνουν όλα στο μαύρο. Και στο τέλος κρίνονται και οι μεν και οι δε μόνο από την ποιότητα και την αλήθεια τού έργου τους – συνταγή επιτυχίας δεν δίδεται εκ των προτέρων· δημιουργείται κάθε φορά από την αρχή και κατά περίπτωση.        

Ο Νικόλας Κάλας χωρίς αμφιβολία, σε μια τέτοια εν πολλοίς αυθαίρετη κατηγοριοποίηση, ανήκει λόγω και έργω στους δεύτερους. Με το ποιητικό του έργο και με την κριτική – θεωρητική του εργασία, με την ίδια τη ζωή του δεν έκανε άλλο μια ζωή ολόκληρη από το ερμηνεύει, να προπαγανδίζει και να εφαρμόζει μονίμως τη μαγική μέθοδο της φανέρωσης και της απόκρυψης, την τεχνική του αντιπερισπασμού και της παραπλάνησης, την τέχνη της μεταμόρφωσης και του αιφνιδιασμού. Παίζοντας από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση ένα πλανητικό κρυφτό δικής του επινόησης, κατάφερε ώστε απ’ όποια μεριά κι αν θελήσεις να τον πιάσεις, πάντα να βρίσκει τρόπο να ξεφύγει. Για να εμφανιστεί πάλι από κάποια απρόσμενη γωνία, εκτός παιδιάς πολλές φορές, όταν πια δεν τον περιμένεις κι ας είναι τότε ακριβώς που κρίνεται ολόκληρο το παιχνίδι, που βέβαια, ύστερα απ’ όλα αυτά, αν τελικά θα το κερδίσει ή θα το χάσει κανείς καταντάει δευτερεύον ζήτημα. Πηδώντας από το ένα όνομα στο άλλο κι από τη μια χώρα στην άλλη, μετακινούμενος από το ένα είδος λόγου στο άλλο κι από τη μια γλώσσα στην άλλη, από το ένα είδος τέχνης στο άλλο κι από τη μια προσήλωση στην άλλη εγκαθιδρύει με το έργο του και τον βίο του μια διαρκή απουσία που καταφέρνει ωστόσο να είναι μονίμως ζώσα και δραστική.

Στα ογδόντα ένα χρόνια της ζωής του θα εμφανιστεί άλλοτε (ή και ταυτόχρονα) ως Νικήτας Ράντος και Μ. (ή Μανόλης) Σπιέρος και άλλοτε με το πατρικό του Νίκος (ή Νίκης) Καλαμάρης (το οποίο όμως παραδίδεται, εκ παραδρομής, και ως Καλαμάρας), για να κατασταλάξει τελικά ως Νικόλας (ή Νικόλαος) Κάλας στα ελληνικά του δημοσιεύματα και ως Nicolas Calas στα ξενόγλωσσά του. Τόσα ψευδώνυμα άραγε καταργούν, ακυρώνουν το όνομα, ή το θέτουν σαν πρόβλημα, με μιαν αλήθεια σπαρακτική – σαν πρόβλημα ταυτότητας, θα αναρωτηθεί καίρια η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Κι η αλήθεια είναι στ’ αλήθεια σπαρακτική, γιατί, μέσω των ονομάτων που κατά καιρούς υιοθετεί, ξεκινάει το σοβαρότατο παιχνίδι των προσωπικών μεταμορφώσεων και μετακινήσεών του από το ένα πεδίο στο άλλο, το οποίο όσο κι αν στην αρχή είναι ενδεχομένως λανθάνον και ασυνείδητο, άλλο τόσο συνειδητά και σε άλλο επίπεδο μεταφερμένο θα το συνεχίσει ο Κάλας σε ολόκληρη τη ζωή του. Γιατί δεν πρόκειται μόνο για παιχνίδι (που δεν θα ήταν και παράδοξο ωστόσο, δεδομένης της παιγνιώδους διάθεσης αλλά και του θεωρητικού ενδιαφέροντος για το παιγνίδι που συχνά θα επιδείξει ο Κάλας τα επόμενα χρόνια), αλλά για πραγματικό σχέδιο βίου και για, αμυντική και συγχρόνως επιθετική, στρατηγική μάχης που θα την εφαρμόσει σε επιμέρους τακτικές και σε διαφορετικά κάθε τόσο πεδία.

Πρώτο στόχο θα αποτελέσει, όπως για τόσους και τόσους ανήσυχους νέους, η διαφοροποίηση και ανεξαρτητοποίηση από την πατρική κηδεμονία, γεγονός που πολλά χρόνια αργότερα θα το επιβεβαιώσει σε συνέντευξή του και ο ίδιος ο Νικόλας Κάλας: το να παίρνει κανείς ένα ψευδώνυμο είναι κάτι πολύ σύνηθες και για μένα τουλάχιστον ήταν κάτι πολύ φυσικό, δεδομένου ότι βρισκόμουν σε τέλεια διάσταση με την οικογένειά μου και ήθελα να έχω όσο το δυνατόν λιγότερη σχέση με το πατρικό μου όνομα. Η ανάγκη για απομάκρυνση από την πατρική επιρροή και εξουσία φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα έντονη στον Κάλας ήδη από πολύ νεαρή ηλικία, αφού είναι γνωστό ότι η πρώτη σύγκρουση με τον πατέρα του συνέβη αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν ο Νικόλαος ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρονών, οπότε ο πατέρας του αντέδρασε αρνητικά στην κατασκήνωση προσφύγων στον κήπο του σπιτιού τους στην Αθήνα. Είναι τότε που ξεκινάει και η πολιτική αφύπνιση του συγγραφέα, ως φυσική διάθεση συμπαράστασης και ταύτισης με τους αδύνατους στην αρχή και, όταν αργότερα θα έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες, ως πολλαχού εκπεφρασμένη και έντονα μαχητική στάση.

Εκτός λοιπόν από τη φυσιολογική για κάθε ανήσυχο έφηβο βίαιη απόρριψη του πατρικού προτύπου (οιδιπόδεια ή όπως αλλιώς την ονομάσουμε), υπήρχε στην περίπτωση του Κάλας και πολιτική βάση στη σύγκρουση με τον πατέρα ή οποία μάλιστα δεν περιοριζόταν σε ιδεολογικό μόνο επίπεδο, αλλά άγγιζε και την καθημερινή ζωή της οικογένειας, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά της μεγαλοαστικής τάξης όπου ανήκε και τα οποία ο Νικόλαος Καλαμάρης πολύ νωρίς και μια για πάντα τα απαρνήθηκε. Αν σε αυτά τα στοιχεία προσθέσουμε και την ερασιτεχνική αποτυχημένη ενασχόληση του πατέρα Καλαμάρη με την ποίηση, με την αφελώς παραδοσιακή ποίηση φυσικά, γίνεται ακόμα πιο εναργής η εικόνα του οικογενειακού πλαισίου από το οποίο θέλησε να διαφύγει ο Κάλας, ο πιο αποφασιστικά και προγραμματικά μοντέρνος συγγραφέας της εποχής, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, ξεκινώντας το παιγνίδι των μεταμορφώσεων και των ψευδωνυμιών. Οι κριτικοί της εποχής βέβαια δεν άφησαν να πάει χαμένη κι αυτή η ευκαιρία ταπείνωσης του νεαρού ποιητή και φρόντιζαν, όταν ασχολούνταν μαζί του, να αναφέρουν την καταγωγή και το οικογενειακό όνομα του ποιητή Νικήτα Ράντου· έτσι ο Θεόδωρος Ξύδης, για παράδειγμα, έγραψε στο εθνικιστικό περιοδικό Ιδέα, για πατέρα και γιο: «Τιμή στη γενιά των Καλαμαραίων που χάρισε στη νεοελληνική ποίηση τον πιο αχαλίνωτο και τον πιο συντηρητικό εκπρόσωπο».  

Και αν η σχέση με τον Πατέρα, όπως περιγράφηκε ως τώρα, είναι ικανή και συνήθης αιτία για την υιοθέτηση ψευδωνύμου από έναν νέο συγγραφέα, δεν είναι όμως επαρκής για να δικαιολογήσει την ταυτόχρονη χρήση τριών διαφορετικών ονομάτων από έναν και τον αυτό άνθρωπο. Ο ίδιος ο Κάλας, πολλά χρόνια αργότερα, θα ομολογήσει ότι θεωρούσε τον εαυτό του τρισυπόστατο, μα, καθόσον δεν δέχεται να υποταχτεί στην ψυχανάλυση, θα αρνηθεί να ερμηνεύσει το γεγονός ψυχολογικά. Δεν θα αρνηθεί ωστόσο τη σύνδεση του ψευδωνύμου που οριστικά πια υιοθέτησε το 1938 με μια γνωστή από την ιστορία περίπτωση σύγκρουσης πατέρα και γιου, αφού το τελικό του όνομα «Calas» παραπέμπει ευθέως στον Jean Calas, τον προτεστάντη έμπορο που, το 1762 στην Τουλούζη, κατηγορήθηκε, βασανίστηκε και εκτελέστηκε (άδικα, όπως αποδείχθηκε αργότερα από τον Βολταίρο και άλλους διαφωτιστές λογίους) ως υπεύθυνος για τον απαγχονισμό του στραμμένου προς τον καθολικισμό γιου του. Όσο όμως ενδιαφέρουσες και διαφωτιστικές κι αν είναι αυτές οι πληροφορίες και οι επεξηγήσεις, δεν επαρκούν για να ερμηνεύσουν ικανοποιητικά μια συνολική στάση, που δεν τη συναντάμε μόνο στα διαφορετικά ψευδώνυμα τού Κάλας μα σε κάθε έκφανση της ζωής του.

Ήδη από την εποχή που δρούσε στην Ελλάδα (γιατί επρόκειτο ακριβώς για δράση και όχι για ανώδυνους και ασφαλείς θεωρητικούς ακκισμούς) ο Νικόλαος Κάλας μετακινούνταν από τη μια ιδιότητα στην άλλη και πάλι πίσω με τόσο αποφασιστικά σίγουρο και συνεπή τρόπο, που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως σύμπτωμα αμφιταλάντευσης ή ως διάθεση υπαναχώρησης. Εμφανιζόμενος άλλοτε ως ποιητής και άλλοτε ως λογοτεχνικός κριτικός, άλλοτε ως θεωρητικός δοκιμιογράφος και άλλοτε ως πολιτικός αρθρογράφος, ο Κάλας εκδήλωσε από πολύ νωρίς και χωρίς κανέναν δισταγμό την πεποίθησή του για την τριπλή του υπόσταση, που επρόκειτο μάλιστα να λάβει, εκ των πραγμάτων αλλά και εξ ιδίας βουλήσεως, ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις τα αμέσως επόμενα χρόνια. Απογοητευμένος από την ολότελα αρνητική και ψυχρή υποδοχή της ποίησής του κυρίως, αλλά και επειδή, όπως θα πει, τα προβλήματα που τον απασχολούσαν δεν είχαν παρά ελάχιστη σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, θα εγκαταλείψει την Ελλάδα για τη Γαλλία με σκοπό, από την αρχή ήδη, να μην ξαναγυρίσει σε αυτήν, ενώ, κατά πάσα πιθανότητα, έχει ήδη αρχίσει να γράφει, παράλληλα με την ελληνική, και στη γαλλική γλώσσα. Σε αυτή τη γλώσσα θα γράψει και το πρώτο του συνθετικό θεωρητικό έργο, τις Εστίες πυρκαγιάς, με το οποίο θα μπει πανηγυρικά στην πρώτη γραμμή του γαλλικού υπερρεαλιστικού κινήματος. Ο πόλεμος όμως, που βρίσκεται ήδη επί θύραις, δεν θ’ αφήσει περιθώρια το επόμενο διάστημα ούτε για πανηγύρια ούτε και για θεωρητική έρευνα και εργασία.

* * *

Πρόκειται για μια μακρά περίοδο της ζωής του Κάλας, από την αναχώρησή του (που ήταν περισσότερο απελπισμένη φυγή παρά απλή αποδημία) από την Ελλάδα, κατά τα τέλη του 1938, κι ως την άφιξή του στη Νέα Υόρκη, στις αρχές του 1940, κατά την οποία νιώθει έντονα και οδυνηρά την προσωπικότητά του να υφίσταται, σχεδόν ερήμην του, ποικίλες μεταλλάξεις και να παίρνει διαδοχικές μορφές που ο ίδιος αδυνατούσε να ελέγξει και να αφομοιώσει και οι οποίες επηρεάζουν οδυνηρά κι αποφασιστικά κάθε πλευρά του εαυτού του. Είναι εκείνη ακριβώς την εποχή που θα εκμυστηρευτεί στον Γιώργο Θεοτοκά από το Παρίσι: Η ζωή μου παθαίνει ριζική μεταβολή. Ψυχικά αισθάνομαι πως μοιάζω σ’ αυτόν τον ήρωα της Virginia Woolf, τον Orlando, στον οποίο άλλοτε υπερισχύει το θηλυκό στοιχείο και άλλοτε το αρσενικό. Τα δύο περίπου χρόνια που έζησε ο Κάλας στο Παρίσι και λίγο μετά στη Λισσαβόνα, καθ’ οδόν προς τη Νέα Υόρκη, όπου επρόκειτο να εγκατασταθεί οριστικά πια, ήταν τα πιο κρίσιμα για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, κι ας είχε κιόλας περάσει τα τριάντα του χρόνια – μια δεύτερη εφηβεία, θα ‘λεγε κανείς, με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και με όλες τις δυνατότητες συναρπαστικές όσο και επισφαλείς.

Θα εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη με αβέβαιο τον τελικό προορισμό, μα με βέβαιη την απόφαση να μην ξαναγυρίσει πια. Θα αλλάξει τη μητρική γλώσσα, γεγονός που για έναν συγγραφέα αποτελεί τον χειρότερο ξεριζωμό, με μιαν άλλη που σύντομα κι αυτή θα την αφήσει για μια τρίτη. Θα πάψει να γράφει ποιήματα (δε γράφω πια καθόλου ποιήματα, θα πει στην ίδια επιστολή του προς τον Θεοτοκά, είναι μια εποχή της ζωής μου που τελείωσε οριστικά), μα λίγο αργότερα θα ξαναριχτεί με απόγνωση στην ποίηση, σε μια ποίηση ολότελα διαφορετική απ’ ό,τι είχε γράψει μέχρι τότε, έντονα φορτισμένη συναισθηματικά, θερμή, άμεση και επιπλέον γραμμένη σε άλλη γλώσσα (έγραψα μερικά ποιήματα τελευταίως, αλλά γαλλικά, θα ενημερώσει τον Θεοτοκά τον Απρίλιο του 1939), ενώ αργότερα θα δοκιμάσει για λίγο στην ποίηση και την αγγλική γλώσσα. Θα εγκαταλείψει την πολιτική αρθρογραφία και την κριτική εργασία με τον επικαιρικό τους χαρακτήρα και θα στραφεί – όχι ωστόσο ολοκληρωτικά – στην περισσότερο συστηματική και συνθετική οργάνωση και διατύπωση της σκέψης του. Θα στραφεί όλο και περισσότερο από την κριτική της λογοτεχνίας στην κριτική της τέχνης, που θα αποτελέσει και την κύρια απασχόληση και προσήλωσή του ως το τέλος της ζωής του. Θα περάσει την πιο θυελλώδη περίοδο της ζωής του, όπως παραδέχεται σε επιστολή του, κατά την οποία ακόμη και η ερωτική του συμπεριφορά θα είναι ρευστή και μεταβαλλόμενη (τίποτα δεν είναι δικό σου και το φύλο σου σε τρομάζει, θα πει σε ποίημά του γραμμένο στο Παρίσι το 1939) και κατά τη διάρκεια της οποίας θα φτάσει στα όρια του θανάτου.

Όλες αυτές οι εσωτερικές και εξωτερικές διεργασίες και μεταπτώσεις θα βρουν τελικά ορμητική διέξοδο σε μια σειρά σημαντικών ποιημάτων που έγραψε απευθείας στα γαλλικά εκείνα ακριβώς τα χρόνια ο Κάλας, από το 1937 δηλαδή έως το 1940, ευρισκόμενος διαρκώς εν κινήσει – στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Μαρόκο, στη Λισσαβόνα, στη Νέα Υόρκη, όπου τον έφεραν τα βήματά του σε αυτή την απελπισμένη του φυγή. Είναι κατά τα φαινόμενα εκείνη την εποχή που, εφαρμόζοντας ο Νικόλας Κάλας στην ποίηση αυτό ακριβώς που έκανε και στη ζωή του ως τότε, θα συνειδητοποιήσει μια για πάντα και θα κατακτήσει σε μεγάλο βαθμό την τέχνη και την τεχνική της μεταμόρφωσης, την οποία θα εφαρμόσει και θα προπαγανδίσει με το θεωρητικό του έργο όλα τα υπόλοιπα χρόνια που του έμελλε να ζήσει. Θα ξεκινήσει χρησιμοποιώντας αυτό το παιγνίδι των μεταμορφώσεων ως προσωπική άμυνα, καταπώς θα χαρακτηρίσει ο ίδιος ο Κάλας τα ποιήματά του αυτά σε συνομιλία του με τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, για να καταλήξει να γίνει η σταθερή στρατηγική δράσης του και το μόνιμο εργαλείο του για την ερμηνεία της πραγματικότητας.

Στα δεκαέξι αυτά ποιήματα, τα οποία διαβάζονται όλα μαζί ως ένα ακέραιο σχήμα, γιατί αλλιώς αποσυντίθενται και χάνουν τη σημασία τους (κατά την έκφραση του Γουίλιαμς, ο οποίος μετέφρασε και ορισμένα από αυτά στα αγγλικά), αυτό που επιχειρεί ο Νικόλαος Κάλας είναι με μια και μόνη χειρονομία να φανερώσει και να αποκρύψει συγχρόνως τον εαυτό του (με την ίδια κίνηση / να χάνεσαι και ν’ ανακαλύπτεις την κατεύθυνση των πραγμάτων). Η μέθοδος που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να το κατορθώσει αυτό είναι η προβολή τού προσώπου του σε ποικίλες επιφάνειες και η συνεπακόλουθη μεταμόρφωση που υφίστανται τα χαρακτηριστικά του. Ήδη λίγο καιρό νωρίτερα υποστήριζε ο Κάλας την άποψη ότι είμαι καλλιτέχνης σημαίνει ενεργώ, μεταμορφώνω το εμπόδιο για να ικανοποιήσω την επιθυμία. Το εμπόδιο, για το οποίο έκανε λόγο στις Εστίες πυρκαγιάς, απ’ όπου το προηγούμενο παράθεμα, ήταν η εξωτερική πραγματικότητα και σε αυτήν όφειλε να επιτεθεί ο καλλιτέχνης με τη δύναμη της επιθυμίας για να τη μεταμορφώσει. Το εμπόδιο που αυτά τα χρόνια αντιμετωπίζει ο Κάλας είναι, όπως είδαμε, ο ίδιος του ο εαυτός και αυτόν θα θελήσει να μεταμορφώσει και να δημιουργήσει εκ νέου μέσω μιας ποίησης στην οποία δοκιμάζει πλήθος αντικατοπτρισμών και μεταβολών της εικόνας του.

Ένα ποίημα βίαιο σαν αντικατοπτρισμό, κατά την έκφρασή του, έχει την πρόθεση να γράψει για να κοιτάξει εκεί και να αναγνωρίσει, αλλά και για να κρύψει στη διαρκώς μεταβαλλόμενη επιφάνειά του το πρόσωπό του. Είμαι στοιχειωμένος απ΄ την ιδέα των καθρεφτών και των σκιών, θα πει σε επιστολή του. Και πράγματι, ο καθρέφτης, που εμφανίζεται ξανά και ξανά, οι σκιές, τα νερά, όπου σκύβει ο Νάρκισσος να δει τη μορφή του, μια τριπρόσωπη εικόνα του Χριστού, η Μέδουσα και άλλα τερατόμορφα όντα, που δείχνουν οι αντανακλάσεις, είναι μοτίβα που συνεχώς επανέρχονται σε αυτές τις συνθέσεις ως δηλωτικά μιας διαρκώς μεταλλασσόμενης οντότητας και ενός σπαρακτικού προβληματισμού περί της ατομικής ταυτότητας. Ο ποιητής κρατάει μπροστά στο πρόσωπό του έναν σπασμένο καθρέφτη (ο καθρέφτης είναι πολύ κοφτερός / στην επαφή μαζί του τα μάτια πεθαίνουν από δίψα) και έρχεται αντιμέτωπος με τις εικόνες, κάποτε οικείες και κάποτε τερατόμορφες, που αντικρίζει εκεί. Άλλοτε προσπαθεί να σχηματίσει από αυτές το πρόσωπό του και άλλοτε, όταν λόγω της πολυδιάσπασης δεν τα καταφέρνει (τι να τα κάνουμε αυτά τα κακοσυναρμοσμένα θραύσματα εικόνων;), προσπαθεί, για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει, να αναγνωρίσει ή να επινοήσει σε καθεμιά απ’ αυτές τις αντανακλάσεις μια καινούρια μορφή για τον ίδιο, μια καινούρια όψη του προσώπου του.

Όπως ο Φερνάντο Πεσσόα δημιούργησε ένα πλήθος ετερώνυμων συγγραφέων για να δώσει μέσω αυτών το έργο του και επινόησε για τον καθένα από αυτούς μια ξεχωριστή βιογραφία, παρόμοια και ο Κάλας, φεύγοντας από την Ελλάδα κι αφήνοντας λίγο αργότερα πίσω του και την Ευρώπη, δραπετεύοντας από το όνομά του και τη γλώσσα του, έχει ανάγκη, για να υπάρξει στο μέλλον, για να υπάρξει ένα μέλλον γι’ αυτόν, να λησμονήσει το παρελθόν του και να επινοήσει ένα νέο. Πρόκειται για ένα αίτημα που συχνά επανέρχεται σε επιστολές του εκείνων των χρόνων και εμφανίζεται επιτακτικό στα ποιήματα και στα δοκίμιά του. Το Tinerlin, θα γράψει στον Θεοτοκά επιστρέφοντας από το ταξίδι του στη Βόρεια Αφρική, παίρνει αξία συμβολική, είναι ένα καινούργιο παρελθόν. Πολλές φορές αισθάνθηκα την ανάγκη καινούργιου παρελθόντος. Δεν ζητώ τον Ράντο αλλά καινούργιο παρελθόν, θα επιμείνει λίγο παρακάτω και σ’ ένα ποίημά του εκείνης της εποχής, που ωστόσο δεν το περιέλαβε στην ίδια ενότητα με τα υπόλοιπα, ομολογεί: τα λάθη έκαναν το παρελθόν μου άγνωστη γλώσσα. Για να απαντήσει αλλού, συνδυάζοντας σε ένα και μόνο στίχο όλα τα στοιχεία που τότε τον στοιχειώνουν, και τον καθρέφτη και τα νερά και τη μοίρα του Νάρκισσου και το ξεπέρασμα του οδυνηρού παρελθόντος: βρήκα τη λήθη σ’ έναν πνιγμένο καθρέφτη.

Και η λήθη του παρελθόντος λοιπόν ή, με άλλη διατύπωση, η επινόηση ενός νέου παρελθόντος και η διαρκής μεταστοιχείωση της μορφής μέσω του καθρέφτη και των ποικίλων αντανακλάσεων και αντικατοπτρισμών αποτελούν τον τρόπο που βρήκε ο Κάλας για να αντιμετωπίσει την υπαρξιακή αγωνία, που πιεστικά και εξοντωτικά τον κατείχε, και για να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά, προς ένα μέλλον ανοιχτό στην εικόνα και στο όνειρο, στην έκπληξη και στην αγάπη, ανοιχτό στην ποίηση και στην επιθυμία. Οι πρώτοι-πρώτοι στίχοι, ακόμη και ο τίτλος, του πρώτου ποιήματος αυτής της σειράς είναι δηλωτικοί αυτού του αιτήματος και αυτής της προσπάθειας του Νικόλα Κάλας που θα συνεχιστεί εκ μέρους του για πολύ καιρό ακόμη:   

         ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

 Να κερδίζεις πάλι τη μέρα

Να της χαρίζεις την εικόνα και το ξαφνιασμένο όνειρο

Η αγάπη ξεδιπλώνεται

Ας επιστρέψουμε στο μέλλον προς τη λάμψη νέων προσώπων

* * *

Το ταξίδι έξω από το παρελθόν, που επίμονα και με απελπισία αναζητούσε εκείνο τον καιρό ο Κάλας, το διαφορετικό αυτό μέλλον και τη λάμψη των νέων προσώπων έμελλε να τα βρει ή, μάλλον, να τα δημιουργήσει μόνος του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού Ωκεανού μετά το 1940, οπότε θα εγκατασταθεί εκεί πια, θα γνωρίσει ξανά τον έρωτα στο πρόσωπο της Έλενας, που θα γίνει λίγο αργότερα γυναίκα του, και θα μεταμορφωθεί ο ίδιος σιγά – σιγά σε ένα είδος εκκεντρικής αυθεντίας για τη σύγχρονη τέχνη, σύμφωνα με τη δική του έκφραση. Προηγουμένως, φεύγοντας από την εμπόλεμη Ευρώπη, θα σταθεί για λίγους μήνες στη Λισσαβόνα κατά τη διάρκεια ενός λυτρωτικού διαλείμματος, όπου θα κατορθώσει να ξαναβρεί τη χαμένη του ισορροπία, προτού ξεκινήσει για τον τελευταίο πια σταθμό της περιπλάνησής του: «Λισσαβόνα! Τι όμορφα ν’ ανοίγεις το βράδυ το παράθυρό σου και ν’ ακούς γνώριμους θορύβους· να περπατάς στους δρόμους και να μη βλέπεις αγωνία στα πρόσωπα. Η Λισσαβόνα μοιάζει με κήπο και όλα τα μάτια μοιάζουν με λουλούδια. Εδώ ελπίζω να δουλέψω το καινούργιο μου βιβλίο, ώσπου κάποια καινούργια περιπέτεια με οδηγήσει ποιος ξέρει πού! Όλα τελείωσαν τόσο ξαφνικά! Ο πόλεμος είναι τόσο μακριά!».  

Από κει και ύστερα, όπως είδαμε, φαίνεται ότι ο Κάλας μπόρεσε, όσον αφορά τουλάχιστον την υπαρξιακή του αγωνία και την κρίση ταυτότητας που αντιμετώπιζε, να βαδίσει μπροστά. Δεν εγκατέλειψε ωστόσο σε καμία περίπτωση την τέχνη και τον τρόπο του της μεταμόρφωσης ούτε ως προσωπική του τακτική άμυνας και επίθεσης (γιατί και στον νέο τόπο διαμονής του δεν έλειψαν οι εναντίον του επιθέσεις) ούτε ως δημιουργική μέθοδο τόσο στην ποίησή του όσο και στην κριτική εργασία του. Είναι εκεί εξάλλου, στην άσκηση της κριτικής δηλαδή με την οποία ασχολήθηκε συστηματικά όλα τα υπόλοιπα χρόνια, που θα εμβαθύνει, θα χρησιμοποιήσει και θα προπαγανδίσει με επιμονή τη μεταμόρφωση και την αμφισημία, το αίνιγμα και το μυστικό, την πίστη του ότι κάθε αληθινός δημιουργός οφείλει πρώτ’ απ’ όλα να είναι ποιητής και να μεταμορφώνει την πραγματικότητα. Καθώς περνούν τα χρόνια μάλιστα, το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται όλο και περισσότερο προς τον καλλιτέχνη που μεταμορφώνει τον ίδιο τον εαυτό του σε σφίγγα, για να θέτει αινίγματα και να εμπνέει – πολύ συχνά εξάλλου ο Κάλας επαναλαμβάνει τη γνωστή ρήση του Eluard, σύμφωνα με την οποία ποιητής δεν είναι τόσο αυτός που εμπνέεται, αλλά κυρίως αυτός που εμπνέει.        

Ίχνη αυτής της μετατόπισης είναι διάσπαρτα στο έργο του σε διάστημα πολλών δεκαετιών. Το 1938 έγραφε στις Εστίες πυρκαγιάς: Η μεγάλη αρχή της σχέσης του Είναι είναι μια διαλεκτική της προσαρμογής και της μεταμόρφωσης. Αν από τις δύο αντιτιθέμενες δυνάμεις αποκαλύπτεται ισχυρότερη αυτή του Είναι, το περιβάλλον θα μεταμορφωθεί· διαφορετικά, το άτομο, για να επιζήσει τού σοκ, θα πρέπει να προσαρμοστεί. Το να μεταμορφώσεις ό,τι σε μεταμορφώνει είναι η μεγάλη αρχή της ζωής. […] Είμαι καλλιτέχνης σημαίνει ενεργώ, μεταμορφώνω το εμπόδιο για να ικανοποιήσω την επιθυμία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1942, στο επόμενο μεγάλο θεωρητικό του βιβλίο το Να μωράνουμε τους Σοφούς θα επιμείνει στην ίδια κατεύθυνση: Με το μυαλό φοβόμαστε τη μεταβολή, αλλά χωρίς τη μεταβολή δεν υπάρχει δημιουργία. Η ποίηση είναι μεταμόρφωση. Και το 1965 θα γράψει: Το υλικό από το οποίο πλάθεται η Ομορφιά είναι η μεταστοιχείωση και η μεταμόρφωση, ενώ η αγωνία είναι το σύγχρονο ισοδύναμο της Αλήθειας.

Η συνύπαρξη στην ίδια φράση των δύο στοιχείων, της μεταμόρφωσης και της αγωνίας, που σύμφωνα με τον Κάλας χαρακτηρίζουν και σφραγίζουν κάθε γνήσιο σύγχρονο δημιουργό, εύκολα φέρνει στον νου μας τη μορφή της σφίγγας που με αγωνία και με αυστηρότητα θέτει στον Οιδίποδα το αίνιγμα από το οποίο θα κριθεί τόσο η δική της όσο και η δική του μοίρα. Και στην προσωπική μυθολογία και ποιητική του Κάλας η σφίγγα όλο και συχνότερα ταυτίζεται με τον ποιητή. Ο μεγάλος ποιητής μεταμορφώνει τον εαυτό του σε σφίγγα, θα γράψει ο Κάλας το 1983. Ο αληθινός ποιητής θέτει διαρκώς αινίγματα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να λύσει την αντίθεση της αγάπης με την επιθετικότητα, να κρατήσει ένα μυστικό προκειμένου να διαφυλάξει την ανεξαρτησία του, να αποκρύψει με διαδοχικές μεταμορφώσεις το πρόσωπό του και ταυτόχρονα να μας προκαλέσει να το ανακαλύψουμε. Είναι αυτό ακριβώς που επιδίωκε και έκανε ο Νικόλας Κάλας όλα τα χρόνια της ζωής του, από τότε που άρχισε να παίζει το παιχνίδι της μεταμόρφωσης με τα ονόματα και τις συνεχείς μετακινήσεις του κι από τότε που άρχισε να δημιουργεί και να προβάλλει μέσα στην ποίησή του ποικίλες μορφές του εαυτού του, μέχρι τα τελευταία χρόνια του, όταν υπερασπίστηκε με ενθουσιασμό πάντοτε την αινιγματική φύση του παντός και τη μεταμορφωτική δύναμη του ποιητή. Το ερώτημα της σφίγγας προς τον Οιδίποδα αναφέρεται ουσιαστικά στο τι είναι ο άνθρωπος. Η ερώτηση είναι αυτή: ποιος έκανε τη σφίγγα; Ο άνθρωπος. Και ποιος άνθρωπος είναι αυτός; Ο ποιητής. Ο ποιητής δίνει το αίνιγμα. Ζήτω το αίνιγμα. Το παν είναι αινιγματικό.   

Τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων

Νοεμβρίου 1, 2009 - Leave a Response

Έγραφε ο Χάρολντ Μπλουμ το 1975: «Κάθε ένας που διαβάζει και γράφει τώρα στη Δύση, οποιοδήποτε φυλετικό υπόβαθρο κι αν έχει, σε οποιοδήποτε σεξουαλικό ή ιδεολογικό στρατόπεδο κι αν ανήκει, εξακολουθεί να είναι γιος ή κόρη του Ομήρου». Και ο Ρόμπερτ Φροστ πολύ νωρίτερα παρατηρούσε: «Ένα ποίημα το διαβάζουμε καλύτερα, όταν φωτίζεται από όλα τα άλλα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Διαβάζουμε το Α, για να διαβάσουμε καλύτερα το Β (πρέπει από κάπου να αρχίσουμε, ενδέχεται να κερδίσουμε πολύ λίγα από το Α). Διαβάζουμε το Β, για να διαβάσουμε καλύτερα το Γ, το Γ για να διαβάσουμε καλύτερα το Δ, το Δ για να ξαναγυρίσουμε καλύτερα και να κερδίσομε κάτι περισσότερο από το Α. Στόχος δεν είναι το προχώρημα αλλά η κυκλοφορία.»

[Και τα δύο παραθέματα τα βρήκα στο βιβλίο του David Ricks «Η σκιά του Ομήρου», το οποίο από χθες διαβάζω.]

Συνδυάζοντας τις δύο φράσεις δεν μπορεί παρά να καταλήξουμε στη διαπίστωση ότι όλα τα ποιήματα τα διαβάζουμε για να καταλήξουμε στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, που είναι το Α (και το Β) στην ποίηση της Δύσης (όπου και ανήκομεν, ως γνωστόν) και απ’ όπου κατάγονται όλα τα άλλα ποιήματα. Εξάλλου οι ποιητές που, άμεσα ή έμμεσα, έχουν εμπνευσθεί από το προγονικό φάσμα του Ομήρου δεν είναι πολύ λιγότεροι από το σύνολο των ποιητών που έχουν υπάρξει στους αιώνες.

Προκειμένου, λοιπόν, να μελετήσω κάπως προσεκτικότερα αυτούς τους ποιητές (όσους τουλάχιστον έχουν μια πιο άμεση συνάφεια με την ποίηση του Ομήρου) κι επειδή κάθε αναγνώστης είναι κι ένας ανθολόγος (που συγκεντρώνει στο μυαλό του, στον υπολογιστή του ή στο χαρτί θέματα και αντικείμενα που τον ενδιαφέρουν) και με σκοπό, τέλος, να χρησιμοποιήσω κάποιο από το υλικό που θα συγκεντρωθεί κατά τη διδασκαλία των επών στους μαθητές μου, δημιούργησα χθες και εγκαινιάζω σήμερα ένα καινούριο σχετικό μπλογκ:

Τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων. [Ομηρικά θέματα στη λογοτεχνία των αιώνων] Ιδού περί τίνος πρόκειται:

Από τον αρχαίο συγγραφέα Αθήναιο πληροφορούμαστε ότι ο Αισχύλος θεωρούσε τα θεατρικά του έργα «κομμάτια από τα μεγάλα συμπόσια του Ομήρου» (τας αυτού τραγωδίας τεμάχη είναι έλεγε των Ομήρου μεγάλων δείπνων). Αν η διαπίστωση ισχύει πράγματι για τον μεγάλο τραγικό ποιητή της αρχαιότητας, δεν μπορεί παρά να βρίσκονται σημεία εφαρμογής και με πολλούς από τους μεταγενέστερους ποιητές και πεζογράφους. Τα αποτελέσματα μιας σχετικής έρευνας σε σύγχρονους κατά βάση συγγραφείς (που, βέβαια, από τη φύση της δεν προορίζεται να φτάσει ποτέ στην ολοκλήρωση), παρουσιάζονται σε αυτό το μπλογκ.

Ανθολογούνται κυρίως ποιήματα που, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, εμπνέονται ή αφορμώνται ή αναπαράγουν ή μεταγράφουν ή σχολιάζουν ή αναπλάθουν ή μετασχηματίζουν ή αναποδογυρίζουν διάφορα ομηρικά θέματα. Δευτερευόντως παρουσιάζονται μικρότερα ή μεγαλύτερα πεζά κείμενα που κάνουν το ίδιο πράγμα και, τέλος, προβάλλονται μελέτες για τον Όμηρο, για τα ποιήματά του και τις επιδράσεις του.

Τα ποιήματα που ανθολογούνται (τα οποία αποτελούν εξάλλου τον κύριο σκοπό της δουλειάς αυτής και καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο όγκο της) εντάσσονται στις εξής ευρύτερες και ειδικότερες κατηγορίες: α) γενικά για τον Όμηρο και το έργο του, β) γενικά για την Ιλιάδα, γ) γενικά για την Οδύσσεια και δ) σύμφωνα με τη ραψωδία του έπους στην οποία αναφέρονται. Με αυτόν τον τρόπο, όταν η ανθολόγηση θα έχει προχωρήσει αρκετά, ο αναγνώστης θα έχει τη δυνατότητα να ξαναδιαβάσει, κατά κάποιον τρόπο, τα έπη όπως αυτά έχουν μεταγραφεί από τους μεταγενέστερους του Ομήρου ποιητές.

Δεχόμεθα σχόλια, παρατηρήσεις και υπονοούμενα.

Δημήτριος Βικέλας, Περί βιβλίων και περί της έξεως του αναγιγνώσκειν

Οκτωβρίου 27, 2009 - 5 Responses

Δύο βιβλία: 1. Δημητρίου Βικέλα, Άπαντα Α΄ (Αυτοβιογραφικά), φιλολογική επιμέλεια Άλκης Αγγέλου και 2. Τα τετράδια αναγνώσεων του Δημητρίου Βικέλα, φιλολογική επιμέλεια Άλκης Αγγέλου – Μαρία Βαλάση, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων.

Η ενήλικη ζωή του Δημητρίου Βικέλα (1833-1908) μπορεί να χωρισθεί χοντρικά σε τρεις μεγάλες περιόδους. Η πρώτη εκτείνεται από το 1852 ως το 1876, όταν ο Βικέλας ζει στο Λονδίνο, όπου εργάζεται ως έμπορος και επιδίδεται παράλληλα στην ποίηση και τη λογοτεχνική μετάφραση. Η δεύτερη περίοδος είναι από το 1878 ως το 1896, οπότε ζει κατά κύριο λόγο στο Παρίσι και εδραιώνει τη φήμη του ως λογοτέχνη και λογίου. Η τελευταία περίοδος της ζωής του ξεκινάει το 1896, όταν εγκαθίσταται μόνιμα πια στην Αθήνα και, χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει ολότελα τη λογοτεχνική δημιουργία, εκδηλώνει έντονη κοινωνική δραστηριότητα οργανώνοντας ποικίλα κοινωφελή έργα και συλλόγους.

Φτάνοντας στο Λονδίνο σε ηλικία είκοσι χρονών ο Δημήτριος Βικέλας ξεκινάει ένα είδος ημερολογίου των αναγνώσεών του, στο οποίο καταγράφει τις περιλήψεις και τις κρίσεις του, τις παρατηρήσεις και τις σκέψεις του από τα διάφορα βιβλία (αλλά και από ορισμένα περιοδικά) που διάβαζε. Τη συνήθεια αυτή τη συντήρησε, με μεγάλα κάποιες φορές κενά χρονικά διαστήματα, δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, ως το 1870, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε, με αρκετά συστηματικό τρόπο μάλιστα, τη διαμόρφωση ενός λογίου – από την ηλικία των είκοσι ως την ηλικία των τριάντα πέντε του χρόνων σχεδόν – και να γνωρίσουμε, επίσης, τα υλικά μέσα της ανάγνωσης και τις μικρές τελετουργίες ενός φανατικού αναγνώστη.

Γιατί ο Βικέλας δεν περιορίζεται στα τρία τετράδια των αναγνώσεών του που έχουμε στα χέρια μας (αλλά και στην αυτοβιογραφία του) να διατυπώνει απλώς την κρίση του για το εκάστοτε βιβλίο που διαβάζει, αλλά περιγράφει, με άκρως γοητευτικό τρόπο, και την οικεία σε όλους μας καθημερινή σκηνοθεσία της πράξης της ανάγνωσης. Τον βλέπουμε, λοιπόν, να μελετάει στο δωμάτιό του κρατώντας προσεκτικές σημειώσεις, που κάποιες φορές εκτείνονται σε πολλές σελίδες για ένα και μόνο βιβλίο: «Πρέπει να κάμω πλέον εκτεταμένας και σπουδαίας σημειώσεις από τα προλαβούσας». Τον βλέπουμε να διαβάζει στο εμπορικό γραφείο του: «Έμεινα απόψε εις το γραφείον επίτηδες, δια να κάμω αρχήν των σημειώσεών μου». Αλλά και στο τρένο ταξιδεύοντας: «Το ανέγνωσα», γράφει για κάποιο βιβλίο, «σχεδόν όλον εις τον σιδηρόδρομον· και είναι ανάγνωσις σιδηροδρόμου.»

Κυρίως όμως, λόγω έλλειψης θέρμανσης, διαβάζει τις νύχτες στο κρεβάτι του και γράφει σχετικά: «Παρατηρήσας ο ιατρός ημέραν τινά τους οφθαλμούς μου, με ηρώτησεν αν αναγινώσκω την νύκτα εις την κλίνην μου, και απαρίθμησε όλας τας ολεθρίας συνεπείας της τοιαύτης κακής συνηθείας, παρακινών με να την παραιτήσω. Έπειτα, εψιθύρισε μυστηριωδώς: «Δεν αποκοιμούμαι ποτέ χωρίς ν’ αναγνώσω». Εννοείται ότι ηκολούθησα το παράδειγμα και όχι το δίδαγμα του ιατρού μου. Τούτο συνέτεινε βεβαίως εις την εξασθένησιν των οφθαλμών μου, αλλά προς τι η όρασις, εάν δεν χρησιμοποιείται; Εάν πέπρωται να χάσω το φως των οφθαλμών, ας έχω τουλάχιστον την παρηγορίαν ότι τους εχρησιμοποίησα».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Δημήτριος Βικέλας, στην προσπάθειά του να καλλιεργήσει τη λογιοσύνη του, είναι από τη μία η έλλειψη χρόνου για ανάγνωση και από την άλλη ο μεγάλος αριθμός βιβλίων που έχει μπροστά του. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Βικέλας ζει στο Λονδίνο, τον παράδεισο των βιβλιοφίλων της εποχής, και διαβάζει σε πέντε διαφορετικές γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά – σε ηλικία 58 ετών αρχίζει μάλιστα να μαθαίνει και να μεταφράζει και από τα ισπανικά!). Όσο για τη βιβλιοθήκη του, την περίφημη Βικελαία Βιβλιοθήκη, περιείχε κατά τον θάνατό του περισσότερους από 5.000 τόμους, όταν, κατά τον Άλκη Αγγέλου, στις αρχές του αιώνα μια μέση βιβλιοθήκη έλληνα λογίου είχε δεν είχε 500 βιβλία. Ας σημειώσουμε εδώ και τον ενδεικτικό περί του ανθρώπου τίτλο μιας διάλεξης που έδωσε ο Βικέλας το 1887 στην Αθήνα: «Περί βιβλίων και περί της έξεως του αναγιγνώσκειν». 

Λογικό, λοιπόν, να επανέρχεται συνεχώς και σε διάφορους τόνους στις σημειώσεις του το παράπονο για την έλλειψη χρόνου: «Πάντοτε, ή ο καιρός νομίζω ότι με λείπει ή η διάθεσις ή η όρεξις, και αυταί αι προφάσεις με χρησιμεύουν εις το να μην εκτελώ τας εις τον εαυτόν μου υποσχέσεις μου», «Εις αυτό το διάστημα, 2 ½ μηνών περίπου, ανέγνωσα διάφορα πράγματα, μολονότι η ασθένεια του Μόστρα, η σπουδή της ιταλικής και τα εμπορικά μου εστένευσαν πολύ τον προς ανάγνωσιν καιρόν», «Αρκετόν πάλιν καιρόν έμεινε άγραφον και κλειστόν αυτό το τετράδιον, μολονότι αρκετά βιβλία ανέγνωσα εις αυτό το διάστημα. Αλλ’ εξ ενός αι γραφικαί μου εργασίαι του εμπορίου επερίσσευσαν, εξ άλλου δε προσπαθώ, όταν έχω εκτός του γραφείου διάθεσιν να μελανώνω χαρτί, να στιχουργώ, και κατά συνέπειαν αι αναγνώσεις μου γίνονται πλέον επιπολαίως και χωρίς σημειώσεις. Κακόν», «Δεν έχω καιρόν δια να σημειώσω με πλειοτέραν λεπτομέρειαν τα εν τω τόμω τούτω διηγούμενα συμβάντα. Αλλά και αυτό το σύγγραμμα είναι συνοπτική έκθεσις· ώστε σύνοψις της συνόψεως αποβαίνει δύσκολος. Δεν έχω καιρόν· αυτή είναι η μαύρη αλήθεια.»

Ένας βιβλιομανής αναγνώστης λοιπόν, ο Δημήτριος Βικέλας, όταν έχει χρόνο, καταγράφει τα αναγνώσματά του και περιγράφει τη ζωή του με τα βιβλία. Ό,τι δηλαδή κάνω κι εγώ που σας ομιλώ στο Ημερολόγιο Ανάγνωσης.

Oops, I did it again!

Οκτωβρίου 22, 2009 - 4 Responses

Καλά το λένε, «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη γουλιά πιες, αλλά μεγάλη κουβέντα μη λες». Ένας από τους λόγους που έχω να περηφανεύομαι στη ζωή μου, κυρίως όταν βρίσκομαι μεταξύ βιβλιοφίλων και φιλαναγνωστών, είναι το γεγονός ότι θυμάμαι όλα τα βιβλία που έχω στη βιβλιοθήκη μου, είτε τα έχω διαβάσει είτε όχι, και μάλιστα μπορώ να πω δυο – τουλάχιστον – ουσιαστικές κουβέντες για το καθένα από αυτά.

Ως εκ τούτου δεν μου τυχαίνει να αγοράζω βιβλία και να ανακαλύπτω, κατόπιν, πως ήδη τα έχω στη βιβλιοθήκη μου, στην ίδια ακριβώς ή σε κάποιαν άλλη έκδοση· ας σημειώσω παρενθετικά (αλλά χωρίς στην πραγματικότητα να ανοίξω παρένθεση) ότι το εν λόγω πάθημα δεν είναι καθόλου σπάνιο όταν κάποιος έχει εντοπίσει, αποκτήσει και αποθησαυρίσει στο σπίτι του έναν σεβαστό αριθμό βιβλίων και άλλου έντυπου υλικού και έχει ζήσει σε αυτόν τον όμορφο όσο και μάταιο κόσμο για τουλάχιστον τέσσερις συναπτές δεκαετίες.

Με περηφάνια συνήθιζα, ως χθες-προχθές, να δηλώνω δεξιά κι αριστερά εγώ ο ομιλών εδώ μπροστά σας πως παρόλο που πληρώ και τις δύο αυτές προϋποθέσεις (ποσότητα αποθησαυρισμένων βιβλίων και αριθμό βιωμένων δεκαετιών) δεν μου έχει τύχει ποτέ παρόμοιο πάθημα.

Που δεν ήταν, βέβαια, η απόλυτη αλήθεια γιατί μία φορά τουλάχιστον, στο πρόσφατο παρελθόν, έχω αγοράσει ένα βιβλίο του Κούντερα για ν’ ανακαλύψω αργότερα (πριν πάντως το ανοίξω και αρχίσω την ανάγνωσή του) πως ήδη βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου και το έχω μάλιστα διαβάσει. Θεωρώ, ωστόσο, πως η μία εκείνη φορά αντισταθμίζεται από μια άλλη, στο μακρινό παρελθόν αυτή, που απέτρεψα τον αδελφό μου από την αγορά κάποιου βιβλίου, γιατί θυμήθηκα ότι το είχε ήδη στη βιβλιοθήκη του, όπως και αποδείχθηκε όταν αργότερα καταλήξαμε στο σπίτι του.         

Όπως ήδη θα έχει υποψιαστεί ο υποψιασμένος αναγνώστης, το ίδιο αυτό πάθημα μού συνέβη χθες για δεύτερη φορά, γεγονός που δεν μπορεί παρά να γεμίζει με ανησυχία τους οικείους μου, που μοιράζονται το ίδιο σπίτι με μένα, δεν μπορεί παρά να πλημμυρίζει με χαρά τους εχθρούς μου, που δικαίως συνηθίζουν να χαίρονται με τα παθήματα των αντιπάλων τους, και δεν μπορεί παρά να δημιουργεί προσδοκίες στους φίλους μου, που πρόκειται να επωφεληθούν από τα διπλά (και τριπλά; μην το ζήσω κι αυτό) βιβλία που θα συσσωρεύονται στα ράφια ης βιβλιοθήκης μου.        

Υπάρχει στον Άγιο Στέφανο, απέναντι από τον σταθμό του τρένου, ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο, που δεν είναι αποκλειστικά χαρτοπωλείο, το οποίο εδώ και λίγο καιρό προσφέρει έναν μεγάλο αριθμό των βιβλίων που διαθέτει σε τιμές που όλο και μειώνονται – τώρα πρέπει να βρίσκονται πια στο κατώτατο δυνατό ύψος (βάθος, για την ακρίβεια) τιμών. Επισκέφθηκα, λοιπόν, το εν λόγω βιβλιοπωλείο γυρίζοντας χθες το μεσημέρι από τη δουλειά μου και μισή ώρα αργότερα πέρασα την πόρτα της εξόδου του με 32 ευρώ λιγότερα στο πορτοφόλι μου και με 13 βιβλία μοιρασμένα σε δύο σακούλες στα χέρια μου. Τα εξής:

Michael von Albrecht, Ιστορία της Ρωμαϊκής λογοτεχνίας. Δύο εξαιρετικοί ογκώδεις τόμοι με χοντρό εξώφυλλο από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Η λατινική λογοτεχνία είναι ένα από τα πιο πρόσφατα πάθη που καλλιεργώ, γιατί η άγνοιά μου γι’ αυτήν την περιοχή της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας υπήρξε έως πρόσφατα σκανδαλώδης· σήμερα εξακολουθεί η άγνοιά μου να είναι αρκετά μεγάλη, αλλά όσο περνάει ο καιρός μειώνεται – τελικό αποτέλεσμα του ευγενούς αυτού πάθους ευελπιστώ να είναι η μετάφραση ορισμένων ποιημάτων του Οράτιου που έχω αγαπήσει.  

Vladimir Nabokov, Γέλιο στο σκοτάδι. Τον Ναμπόκοφ τον αγαπάω επίσης· το «Μίλησε, μνήμη» βρίσκεται μάλιστα σταθερά ανάμεσα στα (πενήντα; εκατό;) πιο αγαπημένα μου βιβλία, αλλά ούτε όλα του τα βιβλία τα έχω διαβάσει ούτε καν τα έχω όλα στη βιβλιοθήκη μου. Δεν περνάει όμως χρόνος που να μην αγοράσω και διαβάσω ένα ακόμη – το «Γέλιο στο σκοτάδι» είναι μεταφρασμένο από τον Ανδρέα Αποστολίδη, έκδοση της Άγρας και η νεαρή ηρωίδα του είναι, διαβάζω στο οπισθόφυλλο,  προάγγελος της Λολίτας.   

Μολιέρος, Ταρτούφος και Μολιέρος, Ο ασυλλόγιστος. Τον καιρό που άρχισα να μαθαίνω τα πρώτα μου γαλλικά διάβασα, όπως οι περισσότεροι έφηβοι, τον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου και έκτοτε ποτέ ξανά άλλο (ή το ίδιο) έργο του μεσιέ Jean-Baptiste Poquelin. Ως πέρυσι που αγόρασα μαζεμένα τρία δικά του έργα και διάβασα τον «Ντον Ζουάν» με τέτοιο ενθουσιασμό που λίγες μόνο μέρες αργότερα τον ξαναδιάβασα ολόκληρο. Οι βιοτικές μέριμνες, άλλοι αναγνωστικοί περισπασμοί, καθώς και η πληροφορία ότι ο «Ντον Ζουάν» είναι το τελειότερο έργο του Μολιέρου με απέτρεψαν απ’ το να διαβάσω τότε άλλο έργο του Γάλλου δραματουργού – δεν με απέτρεψαν ωστόσο απ’ το να αγοράσω άλλα δύο δικά του βιβλία.     

Βολταίρος, Ζαντίγκ και Βολταίρος, Καντίντ. Οι Γάλλοι πάνε δυο-δυο, καθώς φαίνεται. Πολύ όμορφα βιβλία από τις εκδόσεις «Πόλις», με αξιόπιστες μεταφράσεις, κατατοπιστικές εισαγωγές και επίμετρα· απολαυστικός συνδυασμός λογοτεχνίας και φιλοσοφίας με διαρκώς παρόν το κοφτερό χιούμορ του Βολταίρου – γιατί να μην τ’ αγοράσω και τα δύο;    

Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Τα σεμινάρια περί αρχαίας Ελλάδας του μεγάλου στοχαστή, Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο. Θα το αγόραζα έτσι κι αλλιώς, γιατί και το θέμα με ενδιαφέρει ιδιαιτέρως και επειδή είναι του Κορνήλιου Καστοριάδη (το μικρό του όνομα, εξάλλου, θυμίζει Λατίνο, οπότε κατά κάποιον τρόπο εμπίπτει και στο προαναφερθέν ευγενές πάθος). Θα το αγόραζα έτσι κι αλλιώς αυτό το βιβλίο, γιατί η ενασχόλησή μου με τον Όμηρο έχει καταστεί φέτος ο πολικός αστέρας της αναγνωστικής μου συμπεριφοράς – χωρίς, προφανώς και ευτυχώς, να θαμπώνει ολότελα τους άλλους αστέρες του λογοτεχνικού στερεώματος.

Φίλιπ Ροθ, Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή. Για τον Ροθ έχω εκφράσει κατά το πρόσφατο αλλά και στο μακρινό παρελθόν την αδιάπτωτη αλλά λελογισμένη αγάπη μου, οπότε δεν νομίζω να απαιτούνται περαιτέρω εξηγήσεις για την αγορά αυτού του βιβλίου – κι ας έχω στο ράφι μου αδιάβαστη ακόμα την «Αντιζωή».

Γκαίτε, Οι εκλεκτικές συγγένειες. Αυτό ακριβώς το βιβλίο είχα πάει να αγοράσω σ’ εκείνο το βιβλιοπωλείο πριν από λίγο καιρό και, λόγω των προσφορών που τότε πάντως δεν ήταν ακόμη τόσο μεγάλες, είχα βγει από κει με δυο-τρία άλλα βιβλία στο χέρι και όχι με το μυθιστόρημα του Γκαίτε. Επιμένω όμως να θέλω να διαβάσω εκτός απ’ τον «Φάουστ» και κάποιο άλλο δικό του βιβλίο, οπότε αυτή τη φορά το πήρα – μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ, εκδόσεις Κανάκη.   

Γιόζεφ Ροτ, Ο βουβός προφήτης. Αφού δεν έχω αγοράσει ακόμη το «Εμβατήριο του Ραντέτσκυ», για το οποίο έχω ακούσει από φίλους και αγνώστους τα καλύτερα λόγια, ας αποκτήσω τουλάχιστον (σκέφτηκα) αυτό το βιβλίο του Ροτ, συγγραφέα του οποίου έχω διαβάσει ήδη δύο άλλα εξαιρετικά βιβλία. Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο: «Το βιβλίο αυτό είναι γνωστό ως «το μυθιστόρημα του Τρότσκι», αν και, σε τελευταία ανάλυση, ο «Βουβός προφήτης» ήταν ο ίδιος ο Ροτ. Γιατί αυτό το μυθιστόρημα, γραμμένο «με πάθος», δεν πιάνει απλά τον αναπόφευκτο δεσμό ανάμεσα σε επανάσταση και ξεπέρασμα των ψευδαισθήσεών της, αλλά προδιαγράφει μια ευαισθησία και μια συνείδηση που μόνο σήμερα, τελικά, μέσα από πολλές δυσκολίες, φαίνεται να διαμορφώνεται».

Άλφρεντ Ντέμπλιν, Βερολίνο Αλεξάντερπλατς. Αγαπημένο βιβλίο του Φασμπίντερ, ο οποίος αγαπούσε επίσης το καλοψημένο κρέας, όπως μας ενημερώνει ο Μπαμπασάκης στο βιβλίο του «Πολύ αργά για ήρωες» και ο οποίος (ο Ράινερ Βέρνεν εννοώ, όχι ο Γιώργος Ίκαρος) το είχε γυρίσει σε σειρά δεκατεσσάρων επεισοδίων για τη γερμανική τηλεόραση (αλλά είναι μάλλον μια μεγάλης διάρκειας ταινία). Το βιβλίο έχει 500 σελίδες.      

Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Οι περιπέτειες του Ντέιβιντ Μπάλφουρ. Στην ουσία πρόκειται για δύο βιβλία στη συσκευασία του ενός: το μυθιστόρημα «Απαγωγή», δημοσιευμένο το 1886, και το μυθιστόρημα «Κατριόνα», δημοσιευμένο επτά χρόνια αργότερα με τον ίδιο πρωταγωνιστή. Τον Stevenson τον αγαπάω για πολλά βιβλία του, για το αξεπέραστο «Δρ Τζέκυλ και Κος Χάυντ» (ανυπερθέτως στα πενήντα πιο αγαπημένα μου βιβλία), για τις «Νέες χίλιες και μια νύχτες», για το «Νησί των θησαυρών», για την πραγματεία του «Υπέρ οκνηρών», για τη φράση του “Our mission in life is not to succeed, but to continue to fail in the best of spirits” κλπ. Για να δούμε κι αυτά τα περιπετειώδη του…

Κουβάλησα λοιπόν στο σπίτι τους θησαυρούς μου, έκλεισα πίσω μου την πόρτα και έχωσα τα χέρια μου στις βαριές νάιλον σακούλες. Επιθεώρησα τα καινούρια μου βιβλία, έπνιξα ανάμεσα στα δόντια μου μια βαριά κατάρα για τον βιβλιοπώλη που είχε κολλήσει πάνω στο καθένα από αυτά τρία σχετικά μικρά αυτοκόλλητα που θα μείνουν όμως για πάντα εκεί. Σημείωσα στην πρώτη σελίδα τη χθεσινή ημερομηνία και τα τακτοποίησα στη μόνιμη ή προσωρινή θέση που προοριζόταν για το καθένα τους – όταν το παρατήρησα και το θυμήθηκα: μεταξύ των τριών βιβλίων του Μολιέρου που είχα αγοράσει πέρυσι ήταν και ο «Ταρτούφος», στην ίδια ακριβώς μετάφραση και έκδοση με το καινούριο μου απόκτημα.

Θυμήθηκα αμέσως τον Κούντερα και “Oops, I did it again!” βάλθηκα να τραγουδάω μαζί με τον Max Raabe:

 Oops! …I did it again.

I played with your heart.

Got lost in the game.

Oh, baby; baby.

Oops! .. You think I’m in love.

That I’m sent from above…

I’m not that innocent.

Ο Φίλιπ Μάρλοου του μέλλοντός μας

Οκτωβρίου 20, 2009 - Leave a Response

Τζόναθαν Λέθεμ, Όπλο μετά μουσικής (μτφ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), εκδ. Ελληνικά γράμματα, σελ. 370, Απρίλιος 2009

Σε ένα μεγάλο ποσοστό η απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση των έργων του Ρέιμοντ Τσάντλερ οφείλεται στην ποίηση και στο χιούμορ που διατρέχουν κάθε σχεδόν παράγραφο των βιβλίων του και κυρίως τις εκπληκτικές του παρομοιώσεις. Διαβάζουμε, ας πούμε, στο δεύτερο κεφάλαιο του μυθιστορήματος Πλέιμπακ: «Το τρένο από την Ουάσινγκτον ήρθε στην ώρα του, όπως έρχεται πάντα, και το αντικείμενο της παρακολούθησής μου ήταν τόσο εύκολο να το εντοπίσω όσο θα ήταν κι ένα καγκουρό με κοστούμι και γραβάτα». Ο αμερικανός συγγραφέας Τζόναθαν Λέθεμ (γεννημένος το 1964), στο πρώτο του βιβλίο Όπλο μετά μουσικής που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1994 και μεταφρασμένο σε ρέοντα και ταιριαστά ελληνικά από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη πριν από λίγους μήνες, φαντάζεται έναν κόσμο στον οποίο μια τέτοια περιγραφή δεν θα αποτελούσε παρομοίωση, αλλά θα κυριολεκτούσε.

Δημιουργεί δηλαδή στις σελίδες του βιβλίου του έναν όχι και τόσο μελλοντικό κόσμο στον οποίο τα «εξελιγμένα» ζώα (όπως τα καγκουρό) έχουν ανθρώπινη νοημοσύνη και συμπεριφορά, αν και συνεχίζουν από κάποιους αδιόρθωτους ρατσιστές να θεωρούνται κατώτερο είδος. Όπου η παιδική ηλικία και οι δυσκολίες που αυτή συνεπάγεται για τους γονείς έχουν εξαλειφθεί και τα βρέφη υφίστανται μια θεραπεία ανάπτυξης που τα μετατρέπει σε «μωροκέφαλους», σε παιδιά δηλαδή με παραμορφωμένα σωματικά χαρακτηριστικά και μυαλό προβληματικού ενηλίκου. Ενώ οι ενήλικες χρησιμοποιούν μονίμως και νομίμως διάφορες ψυχοδραστικές ουσίες σμιλεύοντας με αυτόν τον τρόπο την ψυχική τους διάθεση κατά βούληση (με τον βασανιστικό εθισμό και την εξάρτηση από τον κρατικό προμηθευτή εξασφαλισμένα μετά από λίγες μόνο χρήσεις) και οι εραστές ανταλλάσσουν ερωτογενείς ζώνες μεταξύ τους, χάριν ποικιλίας και πειραματισμού, με τον υπαρκτό πάντα κίνδυνο ο ένας από τους δύο να εξαφανιστεί προτού φροντίσουν να επανέλθουν στην προτέρα φυσιολογική τους κατάσταση.

Είναι ένας κόσμος όπου οι εφημερίδες δεν έχουν καθόλου κείμενο αλλά μόνο εικόνες και το ραδιόφωνο μεταδίδει μόνο μουσικές ειδήσεις χωρίς λόγια· χαρούμενη μουσική για τα ευχάριστα νέα, βαριά και κατηφή μουσική για τα δυσάρεστα – αντιστοίχως, εννοείται, λειτουργεί και η τηλεόραση. Κι όμως σε αυτόν τον τρομακτικό, αλλά πάντως όχι ασύλληπτο από τον μυαλό μας, κόσμο όπου τα πάντα βρίσκονται υπό τον διαρκή και ασφυκτικό έλεγχο του Γραφείου των Εξεταστών, του οποίου απώτερο στόχο αποτελεί η ολοκληρωτική εξάλειψη κάθε ανθρώπινης συνομιλίας και επαφής, υπάρχουν λίγοι άνθρωποι που συνεχίζουν, με κίνδυνο της προσωπικής τους ευημερίας και της ζωής τους βέβαια, να θυμούνται και να νοιάζονται για έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η αλήθεια, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά. Και όταν ένας άνθρωπος κατηγορείται άδικα για έναν φόνο που δεν διέπραξε ενώ ένας γκάγκστερ κυκλοφορεί και εγκληματεί ελεύθερα, υπό την προστατευτική εννοείται ασπίδα της αστυνομίας, δεν μπορούν να μείνουν αμέτοχοι και να προσποιηθούν πως δεν τους ενδιαφέρει. Μπορεί να χρεώνουν εφτακόσια δολάρια την ημέρα, αλλά γι’ αυτά τα χρήματα και για τη νεφελώδη έννοια της δικαιοσύνης, είναι πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν το τομάρι τους.  

Ένας τέτοιος μυστήριος άνθρωπος ήταν, κατά το παρελθόν, ο Φίλιπ Μάρλοου, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που δημιούργησε ο Ρέιμοντ Τσάντλερ (και ο οποίος χρέωνε είκοσι πέντε μόλις δολάρια την ημέρα)· διαβάζουμε φερ’ ειπείν στον Μεγάλο αποχαιρετισμό: «Είμαι αισθηματίας. Ακούω μέσα στη νύχτα κάποιον να φωνάζει βοήθεια και τρέχω να δω τι συμβαίνει. Δεν βγάζεις λεφτά έτσι. Άμα έχεις μυαλό, σφαλίζεις τα παράθυρά σου και δυναμώνεις τον ήχο στην τηλεόραση. Ή πατάς το γκάζι και χάνεσαι από κει πέρα. Κοιτάς να κρατηθείς μακριά απ’ τους μπελάδες των τρίτων. Γιατί την πληρώνεις κι εσύ άμα ανακατευτείς». Ο πρώην αστυνομικός και νυν ιδιωτικός εξεταστής Κόνραντ Μέτκαλφ, που εμφανίζεται στο βιβλίο του Τζόναθαμ Λέθεμ, είναι απ’ αυτήν ακριβώς τη στόφα πλασμένος: «Μες στη σκοτεινιά, ασυνάρτητα πλάσματα όδευαν προς μοναχικούς προορισμούς, προς μοναχικά δωμάτια ξενοδοχείων, προς ραντεβού με το θάνατο. Κανείς δεν σταμάτησε ποτέ τα πλάσματα αυτά για να τα ρωτήσει πού πηγαίνουν – κανείς δεν ήθελε να ξέρει. Κανείς, εκτός από μένα: το πλάσμα που έκανε ερωτήσεις, το πιο ποταπό πλάσμα απ’ όλα».

Με τα υλικά αυτά, έναν εφιαλτικό κόσμο που δεν μοιάζει καθόλου φανταστικός και έναν κυνικό και ταυτόχρονα ιδεαλιστή ντετέκτιβ, χτίζει ο συγγραφέας το βιβλίο του δημιουργώντας ένα απολύτως επιτυχημένο κράμα παραδοσιακής αστυνομικής λογοτεχνίας και επιστημονικής φαντασίας, γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό, γεμάτο απελπισμένη τρυφερότητα και ανησυχητικά μηνύματα για το μέλλον – ένα απολαυστικό και ερεθιστικό ανάγνωσμα από πολλές απόψεις.