Υπάρχει ένα εξαιρετικό βιβλίο για η Λισαβόνα, το οποίο δυστυχώς το ανακάλυψα αφού είχα ταξιδέψει και επιστρέψει πια από εκεί, στο οποίο ο συγγραφέας Paul Buck αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στην πρωτεύουσα της Πορτογαλίας μέσα από βιβλία, ταινίες, τραγούδια και άλλα έργα τέχνης που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αναφέρονται σε αυτήν. Νοείται οίκοθεν πως αρκετά από τα έργα που μνημονεύονται στον καλογραμμένο αυτόν οδηγό («Lisbon», είναι ο τίτλος του, «A cultural and literary companion») ήδη τα γνώριζα όταν τα συνάντησα εκεί, μερικά λόγω ακριβώς της επίσκεψής μου στην Λισαβόνα και άλλα ανεξάρτητα από αυτήν, όπως τα βιβλία του Φερνάντο Πεσσόα και τα μυθιστορήματα του Ζοζέ Σαραμάγκου και του Αντόνιο Ταμπούκι.
«Υπάρχει κάτι στη Λισαβόνα», γράφει ο Paul Buck, «που φέρνει στο μυαλό των δημιουργών την ιδέα της παραίσθησης» και αναφέρει τρία σχετικά βιβλία. Τα δύο από αυτά τα γνώριζα πολύ καλά: είναι του Σαραμάγκου το «Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις», το πιο αγαπημένο μου από τα μυθιστορήματα του πορτογάλου συγγραφέα και ένα από τα πιο αγαπημένα μου μυθιστορήματα γενικά, και του Ταμπούκι το «Ρέκβιεμ», μια συναρπαστική περιπλάνηση στους δρόμους της θερινής Λισαβόνας – στην εξέλιξη της πλοκής μάλιστα και των δύο αυτών βιβλίων κύριο ρόλο διαδραματίζει, εκτός από την έννοια του ονείρου, της παραίσθησης και του χρόνου, και ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα – ομώνυμος, ανώνυμος ή ετερώνυμος. Το τρίτο βιβλίο δεν το γνώριζα: είναι «Η ακόλουθη ιστορία» του, σημαντικού όπως πληροφορούμαι, Ολλανδού συγγραφέα Κέες Νόοτεμπόομ.
Ο Κέες Νόοτεμπόομ (επαναλαμβάνω το ανοίκειο, όπως όλα τα ολλανδικά, όνομα γιατί αξίζει να το συγκρατήσουμε) γεννήθηκε στη Χάγη το 1933· ανατράφηκε από καθολικούς μοναχούς και από είκοσι χρονών άρχισε να ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο και να γράφει ταξιδιωτικά άρθρα και βιβλία. Οι εντυπώσεις και οι γεωγραφικές, ιστορικές, καλλιτεχνικές και άλλες γνώσεις που αποκομίζει στα ταξίδια του παίζουν σημαντικό ρόλο, ως σκηνικό κυρίως, στα περισσότερα ποιήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια που γράφει ο πολυγραφότατος και ποικιλογράφος αυτός συγγραφέας, ο οποίος είναι συγχρόνως και δόκιμος μεταφραστής μεταξύ άλλων του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, του Πάμπλο Νερούδα και του Τσέζαρε Παβέζε.
Ο Τζ. Μ. Κούτσι συνοψίζει, πολύ καλά νομίζω, τα βασικά χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του Νόοτεμπόομ, επιμένοντας μάλιστα στο βιβλίο με το οποίο ξεκίνησε η δική μου γνωριμία με το έργο αυτού του συγγραφέα. Γράφει λοιπόν ο Κούτσι στον τόμο κριτικών δοκιμίων του «Ξένα ακρογιάλια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου αποδίδει το όνομα του Ολλανδού συγγραφέα ως Σες Νότεμπομ):
«Προς το τέλος του μυθιστορήματος του Σες Νότεμπομ «Στα ολλανδικά βουνά» [αμετάφραστο, δυστυχώς, στα ελληνικά], ο μυθιστοριογράφος-αφηγητής του, ο οποίος ταυτίζεται πια σχεδόν απόλυτα με τον ίδιο τον Νότεμπομ, μετέχει σε μια συζήτηση περί αλήθειας και μυθοπλασίας με τα πνεύματα του Πλάτωνα, του Μίλαν Κούντερα και του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Γιατί, ρωτάει η μορφή του Νότεμπομ, έχω αυτή την ακατανίκητη επιθυμία να επινοώ, να λέω ψέματα; «Από δυστυχία», του αποκρίνεται ο Άντερσεν. «Μόνο που δεν είσαι αρκετά δυστυχής. Γι’ αυτό δεν σου βγαίνει».
Αυτή είναι η πιο οξυδερκής παρατήρηση αυτοσυνειδησίας σε ένα μυθιστόρημα το οποίο – όπως και τα υπόλοιπα πεζογραφήματα του Νότεμπομ – ασχολείται τόσο με τις δικές του διεργασίες, τις δικές του raisons-d’être, όσο και με τις μυθιστορηματικές δραστηριότητες των χαρακτήρων του. Διότι, παρά τις παραμορφώσεις της αυτό-αναφοράς που σε έναν άλλον συγγραφέα (στον Σάμουελ Μπέκετ, για παράδειγμα) θα ήταν αφορμή για πνευματική βάσανο, ο Νότεμπομ και οι αφηγητές-αυτοενσαρκώσεις του δίνουν στον αναγνώστη την εντύπωση ότι νιώθουν στον κόσμο σαν στο σπίτι τους και δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Αυτή είναι – όπως άλλωστε υπαινίσσεται το πνεύμα του Άντερσεν – η παράδοξη ατυχία του Νότεμπομ ως συγγραφέα: είναι εξαιρετικά νοήμων, πολύ καλλιεργημένος, πολύ υποψιασμένος για να μπορέσει να στρατευθεί στη μεγάλη αυταπάτη του ρεαλισμού, αλλά ταυτόχρονα ελάχιστα βασανισμένος από αυτή τη μοίρα – αυτή την απέλαση από τον κόσμο της γνήσιας φαντασίας – ώστε να την αναπτύξει σε καθαυτήν τραγωδία.
Άρα σε ένα από τα αυτοαναφορικά της επίπεδα η πεζογραφία του Νότεμπομ θα έπρεπε να αναζητεί ένα επίπεδο συναισθήματος που να μπορεί να το διοχετεύσει αμείωτο στη λογοτεχνική δημιουργικότητα. Στο μυθιστόρημα «Η ακόλουθη ιστορία» (1991), κατόρθωσε, μέσα από τον έρωτα ενός αδέξιου καθηγητή της κλασικής φιλολογίας για μια φοιτήτριά του, να αντλήσει συναίσθημα που και έντονο είναι και δημιουργικό.»
Εδώ τελειώνει η ανάλυση του Τζ. Μ. Κούτσι και ξεκινάει «Η ακόλουθη ιστορία», το σύντομο μυθιστόρημα του Κέες Νόοτεμπόομ που έτυχε να διαβάσω πρώτο. Αφηγητής της ιστορίας είναι ο Χέρμαν Μύσερτ, συνταξιούχος καθηγητής αρχαίων γλωσσών σε σχολείο του Άμστερνταμ, γνωστός σε όλους με το παρατσούκλι Σωκράτης, και επιτυχημένος συγγραφέας ταξιδιωτικών οδηγών (όπως και ο ίδιος ο Νόοτεμπόομ δηλαδή) με το ταιριαστό ψευδώνυμο Δρ Στράβων. Στη ζωή που ζει ο Χέρμαν Μύσερτ δεν υπάρχει παρά ένα πάθος, τα βιβλία, «Το σπίτι μου», λέει ευθύς εξαρχής, «είναι γεμάτο βιβλία, που με αφήνουν να ζω ανάμεσά τους».
Η ανάγνωση ή και μόνο η ενθύμηση της ομορφιάς των κλασικών Λατίνων και Ελλήνων συγγραφέων γεμίζει και πληροί κάθε στιγμή της ζωής του: «Ήμουν άσχημος κι η ομορφιά ήταν το πάθος της ζωής μου. Όχι η ορατή, η χειροπιαστή ομορφιά· η άλλη, η πολύ πιο μυστηριώδης παραλλαγή της, που κρυβόταν πίσω από το άπαρτο οχυρό μιας νεκρής γλώσσας. Νεκρή! Αν αυτές οι γλώσσες ήταν νεκρές, τότε εγώ ήμουν ο Ιησούς Χριστός που ξανάφερνε τον Λάζαρο από το βασίλειο του θανάτου.»
Η προσωπικότητα τού Χέρμαν Μύσερτ, όπως την περιγράφει ο ίδιος στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου του υποψιασμένου αναγνώστη εκείνη του Ρικάρντο Ρέις, του λατινομαθούς κλασικότροπου ετερώνυμου ποιητή που δημιούργησε ο Πεσσόα, ο οποίος, στο βιβλίο του Σαραμάγκου που προανέφερα, επιστρέφει στη Λισαβόνα για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα εκεί.
Στα χέρια τίποτα μην κρατάς
Ούτε θύμηση καμιά στην ψυχή σου
Έτσι, όταν στα χέρια σου βάλουν
Τον τελευταίο οβολό,
Ανοίγοντάς τα, να μην πέσει τίποτα.
Ο συνταξιούχος καθηγητής Χέρμαν Μύσερτ ανοίγει τα μάτια του, στην πρώτη παράγραφο του μυθιστορήματος, και διαπιστώνει ότι βρίσκεται σ’ ένα δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου της Λισαβόνας, στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο όπου είκοσι χρόνια πριν είχε κοιμηθεί πρώτη φορά με τη γυναίκα ενός συναδέλφου του καθηγητή, καθηγήτρια της βιολογίας εκείνη. Κι όμως θυμάται με βεβαιότητα πως την προηγούμενη νύχτα είχε ξαπλώσει στο δωμάτιό του στο Άμστερνταμ για να κοιμηθεί! Προς στιγμήν θεωρεί πως είναι πεθαμένος (η μόνη εξήγηση που μπορεί να σκεφτεί), σύντομα όμως διαπιστώνει ότι είναι ζωντανός· βγαίνει στην πόλη, τρώει πρωινό, περιπλανιέται στους δρόμους, στο λιμάνι, πλάι στον Τάγο, χαζεύει τα τραμ και τα μαγαζιά της Λισαβόνας, ακούει την αγαπημένη του πορτογαλική γλώσσα και θυμάται την περασμένη του ζωή, αλλά κυρίως τις μέρες που είχε περάσει εκεί με την ερωμένη του – τη μοναδική γυναίκα με την οποία είχε μια πραγματική ερωτική σχέση. Την οποία όμως δεν είχε ποτέ πραγματικά αγαπήσει, γιατί άλλη (μια άλλη γυναίκα) ήταν η αληθινή αγάπη της ζωής του.
Τελικά, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο αφηγητής επιβιβάζεται, μαζί με λίγους ακόμη επιβάτες, σ’ ένα πλοίο και από το κατάστρωμά του αποχαιρετάει τη Λισαβόνα. «Ολόκληρη αυτή η πόλη», διαβάζουμε, «είναι ένας αποχαιρετισμός. Το απώτατο άκρο της Ευρώπης, η τελευταία όχθη του παλιού κόσμου, εκεί όπου η Γηραιά Ήπειρος βυθίζεται σιγά σιγά στη θάλασσα, λιώνει στην πυκνή ομίχλη με την οποία μοιάζει σήμερα ο ωκεανός. Αυτή η πόλη δεν ανήκει στο Σήμερα· εδώ δε βρίσκομαι στο Τώρα, βρίσκομαι στο Πριν, ίσως επειδή έχω κιόλας προχωρήσει στο Μετά. Το κοινότοπο Τώρα δεν έχει αρχίσει ακόμα, η Λισαβόνα διστάζει, μένει αναποφάσιστη. Αυτό πρέπει να είναι, τούτη η πόλη αναβάλλει τον αποχαιρετισμό, εδώ η Ευρώπη αποχαιρετάει τον εαυτό της. Τραγούδια νωθρά, μια αργόσυρτη παρακμή, μια μεγάλη ομορφιά.»
Είναι το πλοίο, όπως μαζί με τον αφηγητή σταδιακά αντιλαμβανόμαστε, που μεταφέρει τους θνητούς από το βασίλειο της ζωής στο βασίλειο του θανάτου (το πιο δημοκρατικό, είναι η αλήθεια, βασίλειο που υπάρχει): «Τα κορμιά μας φαίνονταν να αμφιβάλλουν ασταμάτητα, λες και δεν ήξεραν αν ήθελαν να υπάρχουν ή όχι, σπάνια είχα βρεθεί με μια συντροφιά ανθρώπων από τους οποίους έλειπαν τόσο πολλά, πού και πού εξαφανίζονταν ολόκληρα γόνατα, ώμοι, πόδια. Τα μάτια μας όμως δε δυσκολεύονταν διόλου να αναπληρώσουν τα κενά». Καθώς το πλοίο προχωράει προς τη Βραζιλία και προς το άγνωστο, κάθε επιβάτης αφηγείται με τη σειρά του, σ’ ένα πρόσωπο που ανάλογα με τον αφηγητή αλλάζει χαρακτηριστικά, την ιστορία της ζωής του και της στιγμής του θανάτου του και εξαφανίζεται. Τελευταίος μένει ο Χέρμαν Μύσερτ, έτοιμος να διηγηθεί στο πιο σημαίνον πρόσωπο της ζωής του τη δική του ιστορία, την Ακόλουθη ιστορία δηλαδή, που οι αναγνώστες την έχουμε ήδη γνωρίσει.
Ένα από τα χαρακτηριστικά των βιβλίων του Κέες Νόοτεμπόομ, που οι κριτικοί του δεν παραλείπουν να σημειώνουν και να του καταλογίζουν, είναι η ψυχρότητα της γραφής του, η απόσταση που κρατάει από τα πράγματα, ο διανοουμενίστικος τρόπος της αφήγησής του. Είναι αυτό που εννοεί ο Κούτσι χαρακτηρίζοντας τον συγγραφέα «εξαιρετικά νοήμονα, πολύ καλλιεργημένο, πολύ υποψιασμένο για να μπορέσει να στρατευθεί στη μεγάλη αυταπάτη του ρεαλισμού, αλλά ταυτόχρονα ελάχιστα βασανισμένο από αυτή τη μοίρα – αυτή την απέλαση από τον κόσμο της γνήσιας φαντασίας – ώστε να την αναπτύξει σε καθαυτήν τραγωδία».
Κι όμως «Η ακόλουθη ιστορία», αυτή τουλάχιστον, είναι μια εξαιρετικά ανθρώπινη και συναρπαστική ιστορία, γεμάτη χιούμορ και ζεστασιά, πρωτοτυπία και ομορφιά, μελαγχολία και ποίηση. Ο Νόοτεμπόομ επιχειρεί να διερευνήσει τις άγνωστες και ανεξερεύνητες περιοχές που βρίσκονται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, προσπαθεί να κατανοήσει και να εισχωρήσει, με τρόπο τόσο στοχαστικό όσο και μυθοπλαστικό, στο μέγα μυστήριο του θανάτου αλλά, συγχρόνως, και στην ουσία της ανθρώπινης ζωής και της προσωπικής ταυτότητας. Θέτει τα αιώνια ερωτήματα – ποιο είναι το νόημα της ζωής, τι είναι ο θάνατος, ποιος είναι ο εαυτός μας – και προτείνει μερικές άκρως γοητευτικές και ερεθιστικές απαντήσεις, σε ένα κείμενο απολύτως απολαυστικό.
[Τα ποσοστά των κομμάτων παρελαύνουν στο διπλανό παράθυρο, ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, σταθεροποιούνται και επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις, ο Καραμανλής δρομολογεί τη διαδοχή του, οι αναλυτές και οι πολιτικοί επαναλαμβάνουν τα αναμενόμενα. Εγώ ποντάρω στον Κέες Νόοτεμπόομ και διαβάζω «Το Σάββατο των ψυχών» (1998), ενώ αμέσως μετά πρόκειται να ακολουθήσουν οι «Ιεροτελεστίες» (1980) του ιδίου. Δεν θα τον πρότεινα, βέβαια, μέρες που είναι, για το Nobel (ο Χάρι Μούλις είναι μάλλον πιο κατάλληλος γι’ αυτό το βραβείο – όταν έρθει η σειρά της Ολλανδίας), αλλά τον προτιμώ από όλους τους υποψήφιους των ελληνικών εκλογών.]