Ένα ποίημα του Νάσου Δετζώρτζη

Ιουλίου 10, 2009 - Leave a Response

Κοιτάζουμε αμίλητοι το ύψωμα με το δάσο των πεύκων.

Κάποτε εκεί, σε μιαν απριλιάτικη λόχμη, γευθήκαμε μια γλυκύτατη εσπέρα.

Ρωτάς αν θυμάμαι, και λες πως τα πάντα θα ‘ναι πάλι σαν πρώτα.

Μεγάλος ο λόγος, – κι ας μη τον προδώσεις ποτέ.

 

Θα ήθελα να Σε φιλήσω στα μάτια.

Θα ήθελα να Σε σηκώσω στα χέρια μου σαν απίστευτο θάμα.

Θα ήθελα να Σε κλείσω στο στέρνο μου, σαν εκείνον που είχε φτάσει στο σύνορο και τον πνίγει η λαχτάρα για ό,τι τον έσωσε.

Μου γνώρισες πάλι το σούρουπο και το στερέωμα,

μου χάρισες πάλι τον έρωτα, – και τον εαυτό μου.

 

Νάσος Δετζώρτζης, Παραλλαγές στο ίδιο θέμα, εκδ. Γαβριηλίδης

Ιστορία της χαμένης λογοτεχνίας ή Τα βιβλία που δεν θα διαβάσουμε ποτέ

Ιουλίου 8, 2009 - 8 Responses

Stuart Kelly, Το βιβλίο των χαμένων βιβλίων, Η ιστορία των σπουδαίων βιβλίων που δε θα διαβάσουμε ποτέ (μτφ. Ρίτα Κολαΐτη), εκδ. Πατάκη, σελ. 636, Απρίλιος 2009

Ο Μπερνάρντο Σοάρες, ένας από τους δεκάδες ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα, σημειώνει σε κάποιο σημείο του Βιβλίου της ανησυχίας: «Το παρελθόν μου είναι όσα δεν κατόρθωσα να είμαι» και ο Μισέλ Ουελμπέκ γράφει στο τελευταίο του μυθιστόρημα: «Το εγώ είναι η σύνθεση των αποτυχιών μας». Κάπως έτσι πρέπει να σκέφτεται και ο σκοτσέζος κριτικός λογοτεχνίας Stuart Kelly, μόνο που το δικό του πεδίο είναι τα βιβλία και η δυτική, κατά κύριο λόγο, λογοτεχνία. Έτσι, λοιπόν, στο Βιβλίο των χαμένων βιβλίων, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2005 και τώρα μεταφράστηκε και στα ελληνικά, επιχειρεί να αφηγηθεί την ιστορία όλων εκείνων των βιβλίων που (πιθανότατα) ποτέ δεν θα μπορέσουμε να διαβάσουμε είτε γιατί καταστράφηκαν οριστικά είτε γιατί ποτέ δεν γράφτηκαν από τους συγγραφείς που τα σχεδίαζαν. Επιχειρεί δηλαδή να συνθέσει μια ιστορία της απολεσθείσης λογοτεχνίας.

Στην πραγματικότητα ο συγγραφέας των χαμένων βιβλίων κατατάσσει το αντικείμενο της έρευνάς του σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Πρώτα είναι τα βιβλία εκείνα που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, όπως τα εβδομήντα τρία από τα ογδόντα έργα του Αισχύλου (του οποίου δηλαδή μόνον επτά τραγωδίες μπορούμε να διαβάσουμε και να παρακολουθήσουμε σήμερα) ή ο Καρδένιο (με υπόθεση παρμένη από τον Δον Κιχώτη) και το Αγάπης αγώνας γόνιμος του Σαίξπηρ ή το δεύτερο μυθιστόρημα που έγραφε η Σύλβια Πλαθ το 1962-63 με τον τίτλο Διπλή έκθεση ή Διπλή λήψη.

Μια άλλη κατηγορία χαμένων για μας βιβλίων περιλαμβάνει τα έργα που οι συγγραφείς τους τα ονειρεύτηκαν, τα σχεδίασαν, ίσως, και, σε κάποιες περιπτώσεις, ξεκίνησαν να τα δουλεύουν, αλλά ποτέ δεν ολοκλήρωσαν τη συγγραφή τους: το Μίλησε, Αμερική (αλλιώς: Πες κι άλλα, Μνήμη) επρόκειτο να είναι ο δεύτερος τόμος της αυτοβιογραφίας του Ναμπόκοφ μετά το Μίλησε, Μνήμη – δεν γράφτηκε όμως ποτέ, όπως δεν γράφτηκε ποτέ και η Σπείρα του Φλομπέρ, «ένα μεγάλο, φανταστικό, μεταφυσικό, αποκαλυπτικό μυθιστόρημα που προέβαλλε την άποψη πως η ευτυχία υπάρχει μόνο στη φαντασία».

Τέλος, στην τρίτη κατηγορία χαμένων έργων που διακρίνει ο Stuart Kelly, περιλαμβάνονται τα βιβλία εκείνα που τα διαβάζουμε μεν και τα συγκαταλέγουμε μάλιστα στις κορυφές του Δυτικού Κανόνα χωρίς όμως να γνωρίζουμε ποια θα ήταν η οριστική μορφή που θα τους έδινε ο συγγραφέας τους αν προλάβαινε ή αν άλλες επιθυμίες και μέριμνες δεν τον οδηγούσαν αλλού: Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ, όλα σχεδόν τα έργα του Κάφκα, Οι πεθαμένες ψυχές του Γκόγκολ, το Μπουβάρ και Πεκυσέ του Φλομπέρ, τα Κάντος του Πάουντ, ακόμα και το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ είναι έργα που, ακόμη και αν δεν τα θεωρούμε συντριπτικά ημιτελή, δεν έχουν λάβει ωστόσο την τελική τους μορφή την οποία μόνο να τη φανταζόμαστε μπορούμε.

Ποιο είναι όμως το νόημα της καταγραφής όλων αυτών των χαμένων βιβλίων, που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να διαβάσουμε; Μιαν απάντηση στο ερώτημα επιχειρεί να δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Το Βιβλίο των χαμένων βιβλίων», σημειώνει στην εισαγωγή του, «είναι μια εναλλακτική ιστορία της λογοτεχνίας, ένας επιτάφιος και ένας θρήνος, μια υποθετική βιβλιοθήκη και μια ελεγεία για αυτό που θα μπορούσε να υπάρχει». Έτσι λοιπόν διαβάζοντας το πρωτότυπο βιβλίο του σκοτσέζου κριτικού μπορούμε απ’ τη μία να ονειρευτούμε αυτό που δεν υπάρχει, να πλάσουμε στη φαντασία μας όπως θέλουμε τα βιβλία που δεν πρόλαβε να γράψει ο Ρέιμοντ Κάρβερ, φερ’ ειπείν, και από την άλλη μπορούμε να εκτιμήσουμε καλύτερα και να χαρούμε περισσότερο τα βιβλία που έχουμε στη βιβλιοθήκη μας και δεν έχουμε παρά να απλώσουμε ανά πάσα στιγμή το χέρι μας για να τα διαβάσουμε.

Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος για να διαβάσουμε Το βιβλίο των χαμένων βιβλίων· ο συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνο στο να αναφέρει τα χαμένα βιβλία των ογδόντα πέντε συγγραφέων με τους οποίους ασχολείται ούτε αρκείται στην απλή αφήγηση της ιστορίας τη μη-ολοκλήρωσής τους, αλλά συνθέτει σε κάθε περίπτωση ένα δοκίμιο για τον καθέναν από αυτούς τους συγγραφείς, άλλοτε λίγο-πολύ πληροφοριακό, κάποτε περισσότερο διεισδυτικό και, συχνά, πρωτότυπο και ερεθιστικό – όπως στην περίπτωση των κεφαλαίων για τον Αισχύλο, για τον Καμόενς, για τον Ρακίνα, για τον Μπάροουζ. Κάθε κεφάλαιο είναι στην ουσία μια πρόσκληση για να αναζητήσουμε και να διαβάσουμε ή να ξαναδιαβάσουμε, ευγνώμονες, τα βιβλία που όντως έγραψε ο εκάστοτε συγγραφέας και διέσωσε ο χρόνος.

Γι’ αυτό θα ήταν ευχής έργο να είχαμε ένα τέτοιο βιβλίο και για τα δικά μας χαμένα βιβλία, μια Ιστορία της χαμένης ελληνικής λογοτεχνίας. Εκεί θα διαβάζαμε για το Ο Καρυωτάκης ακόμη νωπός και τη Γερμανική σκιά του Νίκου Καρούζου, για το Τραγούδι του Καραϊσκάκη του Παλαμά και τον Ανδρούτσο του Εγγονόπουλου, για τον Άνθρωπο από τη Βιέννη του Ηλία Λάγιου, τον Τρίτο Φάουστ και τον Ακρίτα του Νίκου Καζαντζάκη (ο οποίος είναι ο αδιαμφισβήτητος ρέκορντμαν των χαμένων βιβλίων στη γλώσσα μας), για το Ο Μεν, Ο Δε και ο Κος Λόβενθαλ του Νίκου Καχτίτση, για τα δεκάδες ποιήματα της Εκλογής Γ΄ του Τ.Κ. Παπατσώνη, για το Κολακείας εγκώμιον του Φώτη Κόντογλου, για τον Πλήθωνα του Άγγελου Σικελιανού, για το Πολιτικό λεξικό, τα Φλοράδικα, το Υπολεξικό και τα δεκάδες ακόμη έργα που δεν ολοκλήρωσε ο Ηλίας Πετρόπουλος, θα διαβάζαμε για τη μελέτη για τον Ιερώνυμο Μπος του Νικόλα Κάλας, για την Προσωπική Εγκυκλοπαίδεια του Ανδρέα Εμπειρίκου και, γιατί όχι, για τις Εντυπώσεις ενός πνιγμένου του Κώστα Καρυωτάκη.

Ανδρέας Εμπειρίκος [Πάντα το πάθος ή passion εν εγρηγόρσει]

Ιουλίου 1, 2009 - 10 Responses

Πουλιά του Προύθου και πουλιά του Αμαζονίου, πουλιά που φέρνουνε μηνύματα του απολύτου, πουλιά του παραδείσου ζουν και πετάγονται αιφνίδια μεσ’ από τα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου. Πουλιά που φέρνουνε στο ράμφος τους ελάχιστα εσώρουχα από μικρά κορίτσια και λόγια που ανοίγουν ρήγματα στη σκέψη του αναγνώστη. Γιατί αυτήν ακριβώς την ικανότητα έχει η ποίηση (και η πεζογραφία) αυτού του πρώτου έλληνα υπερρεαλιστή: βρίσκει τον τρόπο να χτυπάει ταυτόχρονα τις αισθήσεις αλλά και το μυαλό αυτού που τον διαβάζει. Είναι μια ποίηση επικίνδυνη, γιατί εναποθέτει βραδυφλεγές εκρηκτικό υλικό σε καίρια σημεία της συνείδησης (αλλά και πιο κάτω) χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, ώσπου ξάφνου έκπληκτοι και έντρομοι αντιλαμβανόμαστε τι συνέπειες μπορεί να έχει μια φράση όπως καμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευρύνσεως ή Η έξοδος από τα δάση της ανίας Η θραύσις των δεσμών πάσης δουλείας Κυοφορούν στη σάρκα μας Τις πράξεις και την δόξαν της μελλούσης ιστορίας.

Είναι μια ποίηση που έρχεται απευθείας από τον Παράδεισο φορτωμένη με τις προθέσεις της Κόλασης. Η επίδρασή της ακολουθεί το εξής σχήμα: στην αρχή εμφανίζεται παράδοξη και προκλητική – η μικτή καθαρεύουσα γλώσσα, η ασύδοτη υπερρεαλιστική φαντασία στο συνδυασμό των λέξεων και των νοημάτων, η αθυροστομία και η ακόλαστη ερωτική ιδεολογία, που διαπερνάει το σύνολο, δεν μπορεί παρά να τρομάξουν τον ανυποψίαστο αναγνώστη. Στη συνέχεια, η αθωότητα του βλέμματος, η συνοχή της κατασκευής, η εξοικείωση με την εικονοποιία και τη φαντασία του Εμπειρίκου και πάνω απ’ όλα η θέρμη και η παραφορά της φωνής του (εξάλλου η θαλπωρή κάθε φωνής περιέχει ολόκληρη τη σημασία της) συμφιλιώνουν με αυτό το εκπληκτικό έργο τον επίμονο αναγνώστη. Τον μόνο αναγνώστη που αξίζει δηλαδή, ο οποίος ήδη, χωρίς να το έχει καταλάβει, έχει προσδεθεί στο άρμα του Εμπειρίκου – κι είναι αυτή η τρίτη φάση της επίδρασης – και είναι έτοιμος για τα μελλοντικά ταξίδια, για τη μετάβαση σε ένα αναγκαίο εδεμικό μέλλον, που ο Εμπειρίκος στα εβδομήντα τέσσερα χρόνια της ζωής του δεν έπαψε να ονειρεύεται, να σχεδιάζει και να κάνει ό,τι μπορεί για να προκαλέσει την έλευσή του.

 Η Ρωσία και ο Λέων Νικολάεβιτς

Γεννημένος μαζί με τον εικοστό αιώνα, το 1901, πέθανε ένα τέταρτο του αιώνος πριν το τέλος του, το 1975, ποτέ όμως δεν έμοιαζε να είναι πιο σύγχρονος απ’ όσο σήμερα, γεγονός που γίνεται φανερό και από τις κυκλοφορίες των έργων του και την εκδοτική κίνηση γύρω από το όνομά του, αλλά πολύ περισσότερο από τις απαντήσεις που δίνει η ποίησή του σε σημερινά και αυριανά ερωτήματα και από τις σπίθες που ρίχνει σε εύφλεκτες ψυχές αγοριών και κοριτσιών του εικοστού πρώτου αιώνα. Όταν γεννήθηκε ο Εμπειρίκος στην Μπραΐλα της Ρουμανίας, τότε που γνώρισα και εγώ τον Δούναβι και τα πλατιά ποτάμια, ο πατέρας του ήταν ήδη κάτοχος μιας τεράστιας περιουσίας που περιλάμβανε υπερωκεάνια και διάφορες εταιρίες σε όλη την Ευρώπη και η οποία περιουσία δεν παύει να επεκτείνεται μέχρι το 1935 περίπου, οπότε αρχίζει η αντίστροφη πορεία. Από τη μητέρα του Στεφανία, κατά το ήμισυ ρωσίδα, κληρονόμησε εκτός από τη μητρική του γλώσσα και μια τάση προς τον μυστικισμό (ίδιον της ρωσικής ψυχής) και μια παθιασμένη αγάπη για αυτή τη μεγάλη χώρα. Η Ρωσία δεν είναι μόνο μια επικράτεια. Είναι κάτι πολύ περισσότερο – είναι ιδέα, είναι σύμβολο, είναι πάθος. Η Ρωσία είναι η ψυχή της οικουμένης, θα γράψει ο Εμπειρίκος, που για δέκα χρόνια περίπου θα ταξιδεύει κάθε καλοκαίρι στην Κριμαία, σε αυτή την Εδέμ των παιδικών του χρόνων, όπως θα πει αργότερα.

Φαίνεται εν προκειμένω να επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση του Ανδρέα Εμπειρίκου η υπόθεση που διατυπώνει στην αυτοβιογραφία του ο Ναμπόκοφ αναφερόμενος σε όσους γνώρισαν τη Ρωσία στα παιδικά τους χρόνια: Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα αποθησαύρισης εντυπώσεων, τα Ρωσσόπουλα της δικής μου γενιάς έζησαν μιαν εποχή ιδιοφυίας, λες και η πιστή τους μοίρα έκανε για χάρη τους ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της, προσφέροντάς τους παραπανίσιο μερίδιο, μήπως και αντισταθμίσει τον καταποντισμό που έμελλε να απαλείψει ολοκληρωτικά τον κόσμο που είχαν γνωρίσει. Για τον Εμπειρίκο αυτός ο καταποντισμός ήρθε με την έκρηξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε με την οκτωβριανή επανάσταση, γεγονός που δεν τον εμπόδισε γύρω στο 1933 να υμνήσει τον Οκτώβρη του 1917 και να ανακράξει Τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε! 

Κληροδότημα της ρωσικής εκπαίδευσης του Εμπειρίκου είναι δίχως αμφιβολία και η ανάγνωση του έργου του Τολστόι (στο πρωτότυπο), γεγονός που συνέβη πιθανότατα γύρω στο 1915 και σημάδεψε ανεξίτηλα αυτόν τον κατεξοχήν ανήσυχο έφηβο που υπήρξε ο Ανδρέας Εμπειρίκος, τότε αλλά και σε όλη του τη ζωή. Έχοντας ως πρότυπο τον ισαπόστολο τιτάνα Λέοντα Νικολάεβιτς Τολστόι θα προχωρήσει το 1917 στην πρώτη, από μια σειρά που θα ακολουθήσουν, ανταρσία του ενάντια στην πατρική εξουσία πηγαίνοντας να ζήσει και να δουλέψει για ένα διάστημα μαζί με τους χωρικούς σε ένα κτήμα που ανήκε στον πατέρα του. Έχοντας αίμα ρωσσικό στο ελληνικό μου αίμα Με αυτόν τον τρόπο έκανα την είσοδό μου Στις επικράτειες τού πνεύματος ως νέος. Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα θα εγκαταλείψει οριστικά πια τη θέση του διευθυντή που κατείχε σε οικογενειακή επιχείρηση και θα δουλέψει ως ανθρακωρύχος στην Εύβοια στα έγκατα της γης. Αυτά λίγο πριν αφοσιωθεί για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια στην ψυχανάλυση ως ευσυνείδητος ερευνητής των εγκάτων της ψυχής τού ανθρώπου.

 

Το μήνυμά της έρχεται από μακριά (υπερρεαλισμός και ψυχανάλυση)

Στο μεταξύ θα έχει ζήσει στη Σύρο ως τα οχτώ του χρόνια, στην Αθήνα, όπου θα μετακομίσει η οικογένειά του, στη Λοζάννη μαζί με τη, χωρισμένη εν τω μεταξύ, μητέρα του, όπου θα διαβάζει αλλόκοτα βιβλία και θα γράφει ακόμη πιο αλλόκοτα ποιήματα, όπως αφηγείται για αυτόν ο αδελφός τού Οδυσσέα Ελύτη που τον είχε συναντήσει εκεί το 1920 (την ίδια εποχή που – παράξενη κι ενδιαφέρουσα σύμπτωση – πυρπολούσαν συνειδήσεις εκεί γύρω και οι νεαροί ντανταϊστές). Και αργότερα στο Λονδίνο σπουδάζοντας φιλοσοφία στο King’s College, στη Γαλλική Ριβιέρα μαζί με τον πατέρα του (εκεί ακριβώς όπου τα ίδια χρόνια έδιναν τα θρυλικά πάρτι τους οι Φιτζέραλντ) και τέλος στο Παρίσι, όπου αποφασίζει να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση και σύντομα θα πέσει πάνω στους υπερρεαλιστές του Ανδρέα Μπρετόν, για να πάρει πια η ζωή του τη ρότα που έμελλε να ακολουθήσει πιστά τα επόμενα πενήντα χρόνια σχεδόν.

Ο Εμπειρίκος γνώρισε τους υπερρεαλιστές μέσω των ψυχαναλυτών. Γράφει ο Ελύτης: «Τύχη του ήταν ότι έπεσε στα χέρια του Rene Laforgue, ενός από τους πιο διάσημους ιδρυτές της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, όπως, λίγο αργότερα, στα χέρια ενός άλλου σημαίνοντος υπερρεαλιστή, του Fra-Whiteman, φίλου του Ανδρέα Μπρετόν, που είχε και την πρωτοβουλία να φέρει σ’ επαφή τον έλληνα ποιητή με την ομάδα των υπερρεαλιστών». Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, περίεργος και ανήσυχος πάντα, γνώριζε ήδη κάποιες από τις δραστηριότητες και τα έργα των γάλλων υπερρεαλιστών και ήταν, καθώς φαίνεται, έτοιμος να δεχτεί την καθοριστική για την προσωπικότητά του επίδραση του κινήματος. Ο Φρουά Γουιτμάν μού είπε ότι ξέρει τον Μπρετόν, εγώ εψόφαγα να τον γνωρίσω. Πήγαμε την μεθεπομένην. Συναντήθηκα με ένθεον πλάσμα. Από εκείνη την ημέρα και ύστερα ο Εμπειρίκος ρίχτηκε με ενθουσιασμό στο ρεύμα του κινήματος και ως το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να εκφράζεται με θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για τον Ανδρέα Μπρετόν και τους άλλους υπερρεαλιστές, όπως και για τον Φρόυντ και την ψυχανάλυση.  

Πολύ αργότερα, το 1964, στο εξαίσιο ποίημα Ο Βασιλιάς ο Κογκ από την Οκτάνα, μας δίνει μια αυτοπροσωπογραφία του εκείνης της εποχής, καθώς και μια ιδέα για τον αέρα που ανέπνεε εκείνα τα χρόνια στο Παρίσι:

«Ύπνον δεν είχα και είχα βγει στους δρόμους του Παρισιού, όπου τα χρόνια εκείνα έμενα (ανάμεσα στα 1920 και 1930), τότε που άρχισαν να βασιλεύουν στην Ευρώπη μετά το μεσονύκτιον (στη μουσική) οι Νέγροι.

Ύπνον δεν είχα και είχα βγει στους δρόμους, τότε που έσφυζα και εγώ στη γοητεία του Πικάσσο, λουσμένος – τι λέγω – βαφτισμένος μεσ’  στις μαρμαρυγές και τις εκλάμψεις του πνεύματος του Ανδρέα Μπρετόν.

Ύπνον δεν είχα και είχα βγει στους δρόμους, γιομάτος την νύκτα εκείνη από ανίαν, διότι δεν είχα συναντήσει την συντροφιά που αποζητούσα.

Οι κρότοι της ημέρας είχαν προ πολλού κοπάσει και εβάδιζα στο μακαντάμ, μη θέλοντας στο σπίτι μου να επιστρέψω, διότι κλεισούρα εμύριζε το διαμέρισμά μου και έκανε ζέστη εκεί μέσα, ζέστη πολλή και πνιγερή, γιομάτη σκόνη.

Βαθιά αναπνέοντας, δεν πρόσεχα πού πήγαινα και προχωρούσα, λέγοντας και ξαναλέγοντας, σαν ξόρκι, τα λόγια του Ανδρέα Μπρετόν: “Lachez tout, partez sur les routes…” με την ελπίδα στην καρδιά μου, πως, ίσως, έτσι επιτέλους, με την βοήθεια της τύχης, κάτι ευχάριστο θα συναντούσα, ενώ στον νου μου άστραφτε η συγκλονιστική δι’ εμέ μορφή του Ανδρέα Μπρετόν.

Από το Μονπαρνάς λοιπόν φερμένος και από τα βήματά μου σχεδόν μηχανικά ωδηγημένος έφθασα τελικώς στους δρόμους της Μονμάρτης (εκεί, στην rue Fontaine, καθόταν ο Μπρετόν), γιομάτος από την ανία που ανέφερα παραπάνω, και την πορεία μου συνέχιζα περιδιαβάζων στα στενά που περιβάλλουν την Place Blanche, καθώς και την πλατεία εκείνη με τα πολύχρωμα φώτα φθορισμού, που τ’ όνομά της είναι Place Pigalle.

Επάνωθέ μου ήσπαιραν στον ουρανό τ’ αστέρια και ήταν η νύκτα μαγική, γιομάτη διάττοντας, γιομάτη άστρα, γιομάτη από του Σύμπαντος την ηδονή.

Γύρω μου υψώνοντο τα σπίτια – κατάλοιπα της εποχής του Hausmann και άλλων εποχών, και μεταξύ αυτών και κτίσματα πολλά των χρόνων του Baudelaire, του  Paul Verlaine, του Jules Laforgue και του Rimbaud, ανάμεσα στα οποία, μα τον Θεό, συχνά ακόμη και σήμερον πλανιούνται φωτοστεφανωμένες και καθαρά ορατές οι ολοζώντανες των ποιητών αυτών ψυχές.

“Lachez tout, partez sur les routes…” έλεγα και ξανάλεγα και προχωρούσα, λαφρώνοντας την ανία μου και την αγκούσα».

Αυτά τα χρόνια και μέχρι το 1931, οπότε επιστρέφει στην Ελλάδα, ο Ανδρέας Εμπειρίκος ζει στο Παρίσι, ασχολείται με την ψυχανάλυση, συναναστρέφεται τους υπερρεαλιστές (Καθημερινώς εις την Πλας Μπλανς. Ο Τανγκί, ο Περέ, ο Ελιάρ. Προσωπικώς είχα ιδιαίτερην επικοινωνία και σύνδεσμον ειδικά με τον Μπρετόν. Στην  Πλας Μπλανς, συναντώμεθα και συζητούσαμε για την υπερρεαλιστική κίνηση, για τις απόψεις της ομάδας, για την εξάπλωσή τους, για τα μέσα απελευθέρωσης του καθενός από μας και του ανθρώπου γενικώς από την κοινωνική ψευτιά και την αδικία. Συζητούσαμε για τον Χέγκελ, τον Μαρξ, τον Έγκελς, τον Φρόιντ), μπολιάζεται από το πνεύμα τους και τις ιδέες τους και όλα αυτά γίνονται με τρόπο απολύτως ομαλό, επειδή και οι δικές του έρευνες τον είχαν οδηγήσει σε μια κατεύθυνση συγγενική προς τον υπερρεαλισμό (οι προσωπικές μου προ-υπερρεαλιστικές θεωρίες παρουσιάζουν μια συγγένεια με τις υπερρεαλιστικές, αλλ’ εν τω συνόλω, ο υπερρεαλισμός ξεπερνά τις αρχικές μου επιδιώξεις, και, επί πλέον, μας δίδει τα μέσα μιας πρακτικής εφαρμογής του περιεχομένου του, ανοίγοντας ορίζοντες ακόμη μεγαλειτέρους, από εκείνους που έβλεπα εγώ στις προσωπικές μου δοξασίες). Συν τοις άλλοις ο Εμπειρίκος βρέθηκε προετοιμασμένος να αφομοιώσει τόσο άνετα και γόνιμα τον υπερρεαλισμό χάρη και στις έως τότε σπουδές και μελέτες του (με βοήθησαν πολύ στην ταχεία κατανόησι και αφομοίωσι του υπερρεαλισμού, αφ’ ενός οι ψυχοαναλυτικές μου γνώσεις, και αφ’ ετέρου η φιλοσοφία του Εγέλου).

Ο υπερρεαλισμός στάθηκε, από την αρχή, ένα κίνημα που είχε θέσει στον εαυτό του μια φιλόδοξη και δύσκολη αποστολή, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου, η οποία όμως περνούσε αναπόφευκτα μέσα από δύο δρόμους: αυτόν της πνευματικής χειραφέτησης και αυτόν της κοινωνικής επανάστασης. Προσπαθώντας να επιτύχουν και στους δύο αυτούς στόχους τους οι υπερρεαλιστές, για αρκετό καιρό, δοκίμασαν με ειλικρίνεια να συμβιβάσουν τον υπερρεαλισμό με την προλεταριακή επανάσταση ή, τουλάχιστον, να τα υπηρετήσουν και τα δύο ταυτόχρονα και εξίσου καλά. Αποτέλεσμα; Κάποιοι στρατεύτηκαν τελικά στον κομμουνισμό και αποκήρυξαν τις υπερρεαλιστικές τους θέσεις, άλλοι εγκατέλειψαν την πολιτική και αφοσιώθηκαν στην τέχνη και στο κερατένιο επάγγελμα του λογοτέχνη και άλλοι συνέχισαν ως το τέλος, το οποίο για όχι λίγους ήταν ηθελημένο, συνέχισαν να μάχονται με όποιον τρόπο υπήρχε για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου από οποιαδήποτε εξουσία μπορούσε να επιβληθεί.

Ο ίδιος ο ηγέτης του κινήματος, ο Μπρετόν, ταλαντευόμενος για χρόνια ανάμεσα στον αναρχισμό και τον ορθόδοξο κομμουνισμό, τον οποίο μάταια προσπάθησε να συνταιριάξει με τον υπερρεαλισμό, γοητεύτηκε από τη μορφή και τη σκέψη του Λέοντα Τρότσκι και στο τέλος κατέληξε στην ουτοπική σκέψη του Σαρλ Φουριέ: Ακόμη κι αν, όπως συμβαίνει, θεωρούσα βέβαιο ότι η βελτίωση της ανθρώπινης τύχης πραγματοποιείται πολύ αργά, με τίμημα πεζές διεκδικήσεις και ψυχρούς υπολογισμούς, ο πραγματικός μοχλός θα εξακολουθεί να είναι η υπέρμετρη πίστη προς τη μετάβαση σε ένα εδεμικό μέλλον. Εκεί, σε αυτή τη σκέψη και στις παρυφές αυτού του μέλλοντος, είναι που θα συναντηθεί και με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, απόστολοι κι οι δυο ενός μέλλοντος που το ονειρεύτηκαν, το σχεδίασαν και βοήθησαν, όσο μπορούσαν, για να έρθει.

Με αυτές τις παρακαταθήκες ο Εμπειρίκος φεύγει από το Παρίσι, το λίκνο, τότε, των θεωρητικών αναζητήσεων και των επαναστατικών κινημάτων, όπως αναφέρει ο Ελύτης, για να έρθει στην Αθήνα. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το δίδαγμα της ψυχανάλυσης, το οποίο σε γενικές γραμμές είναι το εξής: ο άνθρωπος βεβαιώνεται για την ύπαρξη του ασυνειδήτου ψυχισμού (κατά την έκφραση του Γεωργίου Ζαβιτσιάνου) και αποκτά ένα εργαλείο για τη διερεύνηση του και την προσωπική του απελευθέρωση, η οποία συνίσταται, σε μεγάλο βαθμό, στην παραδοχή, ακριβώς, αυτού του ασυνείδητου ψυχισμού και στην υπερπήδηση των εμποδίων και περιορισμών που ο στενόμυαλος κοινωνικός χώρος συνεχώς θέτει στο άτομο, ώστε να κατορθώσει τελικά να πραγματώσει ό,τι υπάρχει πραγματικά σε αυτό, ό,τι πραγματικά είναι. Συνισταμένη και των δύο κινημάτων που διεκδίκησαν και κέρδισαν την ψυχή του έλληνα ποιητή είναι η προσπάθεια για την ολοκληρωτική χειραφέτηση του ανθρώπου από οποιαδήποτε δέσμευση. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος προσέθεσε, ή μάλλον τόνισε, σε αυτά την απελευθερωτική δύναμη του έρωτα και την ουτοπική διάθεση, θέτοντας έτσι την προσωπική του σφραγίδα.

Το 1935, στην Αθήνα πλέον, θα εισαγάγει την ψυχανάλυση στην ελληνική επικράτεια όντας πρωτοπόρος ο ίδιος στην ανάλυση των νευρώσεων, κατά τον χαρακτηρισμό του Λακάν με τον οποίο γνωρίστηκαν στο Παρίσι, και σπάνιος δεξιοτέχνης στην ανάλυση των ονείρων, κατά τη διατύπωση του Ελύτη, με τον οποίο θα ξεκινήσει ο Εμπειρίκος μια φιλία που έμελλε να διανύσει τριάντα χρόνια, ως τον θάνατο του ενός από τους δύο φίλους. Παράλληλα, στις αρχές του έτους με μια διπλή τολμηρή κίνηση θα μεταφέρει τον υπερρεαλισμό στο κέντρο της πνευματικής Αθήνας: τον Ιανουάριο μια διάλεξη Περί Συρρεαλισμού και τον Μάρτιο η έκδοση της Υψικαμίνου σε 200 αντίτυπα. Το κλειδί που ανοίγει άλλες πόρτες χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μια έλιξ στριφογυρίζει μέσα μας και κόβει τους λαιμούς των πετεινών και τα βυζιά της κάθε περιττής περόνης. Έξω το φως και τα σκουπίδια της αυγής. Έξω το μπάρκο-μπέστια και των θείων και των κονίκλων. Ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων. Σκάνδαλο!

 

Το βαρυσήμαντο τούτο περί Ζωής και Έρωτος βιβλίον, που δύναται να ονομασθή, ωσαύτως, βιβλίον του Ύψους και του Βάθους

Έως το 1944 ο υπερρεαλισμός έχει πια εδραιωθεί και ο Εμπειρίκος, ιδίως τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, έχει καταστεί το κέντρο ενός ευρύτατου κύκλου συγγραφέων και καλλιτεχνών, που εννοούσαν πριν απ’ όλα να μείνουν άνθρωποι ελεύθεροι με τη βαθύτερη και τη σωστή σημασία του όρου. Εν τω μεταξύ γράφει και σταδιακά δημοσιεύει σε περιοδικά την Ενδοχώρα και τα Γραπτά. Τον Δεκέμβριο του 1944 ο Εμπειρίκος ζει την πιο δραματική εμπειρία της ζωής του: συλλαμβάνεται από την ΟΠΛΑ, το στρατιωτικό/αστυνομικό σκέλος του ΕΛΑΣ, και καταδικασμένος σε θάνατο οδηγείται μαζί με άλλους αιχμαλώτους στη Θήβα, όπου καταφέρνει τελικά να διαφύγει. Η συνέχεια είναι εκπληκτική: πληγωμένος από την περιπέτεια που έζησε λόγω της αστικής του καταγωγής, με την οποία τίποτε δεν τον έδενε εκείνα τα χρόνια, ενώ αντιθέτως βρισκόταν αρκετά κοντά στους αριστερούς κριτές του, περνάει μια δημιουργική περίοδο που απέδωσε τη Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης, τη Βεατρίκη ή Ένας έρωτας του Buffalo Bill, διάφορα άλλα ποιήματα και πεζά κείμενα και, πάνω απ’ όλα, τον Μεγάλο Ανατολικό, τον οποίο ολοκλήρωσε σε έξι χρόνια, αλλά δεν έπαψε να συμπληρώνει και να διορθώνει σε όλη του τη ζωή.

Για άλλη μια φορά, μετά την Υψικάμινο, ο Εμπειρίκος σκανδαλίζει τους αστούς προσφέροντας, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, ένα έργο του οποίου και μόνο το μέγεθος είναι αρκετό για να ταράξει και να τρομάξει. Ο Μέγας Ανατολικός – δυόμιση χιλιάδες χειρόγραφες σελίδες, εξακόσιες είκοσι χιλιάδες λέξεις! – επενεργεί στον αναγνώστη με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους ταυτόχρονα. Πρώτα-πρώτα ως ένα ιδιαιτέρως απολαυστικό κείμενο, που επιζητεί μάλλον επαναλαμβανόμενες παρά παρατεταμένες αναγνώσεις, χάρη στη γλώσσα του που ανακαλεί την ωραιότερη καθαρεύουσα του Βιζυηνού, του Ροΐδη και του Παπαδιαμάντη, και χάρη στην οργιώδη και οργασμική φαντασία του συγγραφέα, ο οποίος καταφέρνει και να εκπλήσσει με αυτή καθαυτή την επινοητικότητα και την πρωτοτυπία του, αλλά και να θέλγει με την αθώα, διεισδυτική και τρυφερή ματιά του ακόμα και στις συχνά-συχνότατα επαναλαμβανόμενες ερωτικές περιπτύξεις ανάμεσα σε άνδρες, γυναίκες και απαλά κορίτσια.

Η Έθελ, η Φλώσσυ, η Ειρήνη, η Αλεξάνδρα και, στον καιρό τους, η Τζέην, η Μαρκελίνη και άλλες και άλλες. Αυτές ακριβώς οι τρυφερές παιδίσκες, ελπίδα μας αυριανή, που ήδη από το 1935 είχαν ξεχυθεί σαν καυτό μέταλλο από την Υψικάμινο και είχαν ριχθεί ενάντια στην παραδεδεγμένη ηθική κραυγάζοντας υπέρ της αγάπης, υπέρ της αναγεννήσεως της ευτυχίας, υπέρ της εκπληρώσεως των εσχατιών, γίνονται εδώ, στον Μεγάλο Ανατολικό, η βασική μονάδα κρούσης του Εμπειρίκου, που χτυπάει την υποκρισία, τη μικρότητα, τη στενόμυαλη, ανέραστη χριστιανική ηθική και προπαγανδίζει το πανερωτικό και απελευθερωτικό του όραμα.

Το όραμα αυτό είναι που συχνά-πυκνά βρίσκει ο ποιητής την ευκαιρία να αναπτύξει και θεωρητικά στα εκατό κεφάλαια του βιβλίου του ταυτιζόμενος κάθε φορά και με άλλον χαρακτήρα. Πότε είναι ο Γάλλος ζωγράφος Αιμίλιος Μπερτιέ που συζητώντας με τον Κάρολο Μπωντλαίρ αναπτύσσει τις απόψεις του για τον άνθρωπο, την κοινωνία και τον έρωτα και επιτίθεται με βιαιότητα ενάντια στον χριστιανισμό, τη μοιραία αυτή θρησκεία που ήρθε εις τον κόσμο, δια να καταστρέψη ως φρικαλέα μάστιξ την σπαργώσαν σωματοψυχικήν υγείαν των φυσικών ανθρώπων. Πότε είναι ο πρίγκηψ Σέργιος Μπλαγκοράντοβ που συνειδητοποιεί το ατελέσφορο και μερικό της επανάστασης, όταν είναι μόνο σοσιαλιστική-οικονομική και δεν σκοπεύει στην απελευθέρωση του έρωτα που είναι το πρώτο, το αποφασιστικό βήμα για την ολοκληρωτική αποδέσμευση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά. Άλλοτε είναι ο λόρδος Κλίφφορντ που ευαγγελίζεται ότι ο έρωτας είναι πανδέγμων και πολύπτυχος, και περιέχει όλα του κόσμου τα προβλήματα, αλλά και όλας τα λύσεις και άλλοτε εμφανίζεται ο ίδιος ο Ιούλιος Βερν να οραματίζεται με πλήθος λεπτομερειών μιαν ουτοπική παγκόσμια συμπολιτεία που δεν υπολείπεται σε τίποτε από τις ανάλογες του Φουριέ ή των σαινσιμονιστών, με τις οποίες περισσότερο συγγενεύει.

Ο ίδιος ο Μέγας Ανατολικός εξάλλου, το ερωτικό υπερωκεάνιο με τους χίλιους τριακόσιους επιβάτες και το πλήρωμά του, λειτουργεί ως μοντέλο αυτής της ουτοπίας. Όσα ευαγγελίζεται ο Εμπειρίκος πραγματώνονται ήδη στα πλαίσια του μυθιστορήματός του, όπου κυριαρχεί η απελευθερωτική βιοθεωρία του και διαχέεται ελεύθερα επάνω απ’ όλους η ερωτική του διάθεση. Ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια επικρατεί πλήρης ερωτική κοινοκτημοσύνη, ελευθερία και ισότητα. Το πλοίο ταξιδεύει προς τον Νέο Κόσμο σαν μια κιβωτός ελευθερίας, αυτονομίας και αυτάρκειας. Ακόμα και τη δική του βιβλιοθήκη περιλαμβάνει, όπου βέβαια πρωτεύουσα θέση καταλαμβάνουν τα έργα του Χέγκελ και τα ερωτογραφικά έργα του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά το βιβλίο αυτό καθίσταται πράγματι ένα μυητικό, παιδαγωγικό δημιούργημα και η ανάγνωσή του μια πολύτιμη μαθητεία, μια μελέτη ζωής.

Οι μπεάτοι, οι μπητνίκοι και άλλοι άνδρες ασυμμόρφωτοι

Όπως είναι λογικό η φανταστική βιβλιοθήκη του Μεγάλου Ανατολικού δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνει όλους τους συγγραφείς που στάθηκαν δίπλα του και αγάπησε ο Ανδρέας Εμπειρίκος κατά το θαυμάσιο πέρασμά του από αυτή τη ζωή. Γι’ αυτό φρόντισε ο ίδιος να τους δεξιωθεί αργότερα στην Οκτάνα του, τη συλλογή με τα τριάντα ένα εκπληκτικά ποιήματα που συνέθεσε κυρίως τα χρόνια 1960 ως 1965, που αποτελούν και την τελευταία του δημιουργική και ιδιαίτερα γόνιμη περίοδο. Η Οκτάνα είναι η Νέα Πόλις, είναι το όνομα που διάλεξε ο Εμπειρίκος να δώσει στην ουτοπία του, που συνεχίζει να την επεξεργάζεται και μετά την ολοκλήρωση, σε πρώτη φάση, του Μεγάλου Ανατολικού (ας σημειώσουμε εδώ ότι ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί τη λέξη οκτάνιον – που σήμαινε τότε “το μέρος όπου ψήνουν τα κρέατα” – ως άλλη ονομασία του γυναικείου κόλπου). Μέσα εκεί (στην Οκτάνα του Εμπειρίκου, όχι στο οκτάνιον!) συναντάμε τους Μπεάτους, τους Αγίους της μη συμμορφώσεως: τον Μπρετόν, τον Έγελο, τον Φρόυντ, τον Τολστόι, βέβαια, αλλά και, μεταξύ άλλων, τον Lautréamont, τον Rimbaud, τον Shelley, τον Μαρξ και τον Μπακούνιν, τον Νίτσε και τον Walt Whitman (a Kosmos, of Manhattan the son).

Ανάμεσά τους εμφανίζονται, για πρώτη φορά στο έργο του, και οι μπητνίκοι, συγγραφείς που γνώρισε ο Εμπειρίκος και αγάπησε μέσω του Νάνου Βαλαωρίτη τα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο. Ο Τζακ Κέρουακ, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ και ο Γκρέγκορυ Κόρσο έχουν συχνή παρουσία μέσα στα ποιήματα της Οκτάνας, στον πρώτο από αυτούς μάλιστα, στις 21 Νοεμβρίου του 1963, αφιερώνει ο Έλληνας υπερρεαλιστής ποιητής δύο όμορφες σελίδες που καταλήγουν στην παντάνασσα κραυγή: BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY! Και ενώ φαίνεται ο Ανδρέας Εμπειρίκος να αποδέχεται ανεπιφύλακτα τον Κέρουακ, αγνοεί εντελώς τον Μπάροουζ και εκφράζει κάποιες, συναισθηματικής φύσεως μάλλον, αντιρρήσεις για τους άλλους δύο μπητνίκους, τα έργα των οποίων πάντως διαβάζει και τον συγκινούν. Αντιρρήσεις που εδράζονται πιθανότατα στην κατά βάσιν αισιόδοξη και λυρική φύση του Εμπειρίκου, που δεν μπορεί εύκολα να δεχτεί τους βαρείς και αποκλειστικούς σωρείτες του Ουρλιαχτού και του Αλκατράζ.

Χωρίς αμφιβολία συγκινήθηκε ο Εμπειρίκος με αυτούς του – πάντοτε – νεαρούς συγγραφείς, επειδή διέβλεψε στο έργο τους (έργο που σε αυτούς ακριβώς τους δημιουργούς είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις από τη ζωή τους) κάποια στοιχεία στην ιδεολογία και την ποιητική τους συγγενικά στη δική τους. Είναι πρώτα-πρώτα ο αυθορμητισμός της γραφής, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά, αλλά και χαρίσματα, αυτής της γενιάς. Ο Κέρουακ έγραψε τους Υποχθόνιους, αυτή την εξαίσια εξομολογητική παραφροσύνη, μέσα σε τρία μερόνυχτα χρησιμοποιώντας αμφεταμίνες, ώστε να καταπολεμάει την ανάγκη για ύπνο και ξεκούραση (έγραψε μέσα σε δέκα μέρες το Μπιγκ Σουρ και σε άλλες επτά το Σατόρι στο Παρίσι)· με παρόμοιο ρυθμό έγραψε το Στο δρόμο μέσα σε τρεις εβδομάδες (και χρειάστηκε επτά χρόνια για να βρει εκδότη που θα δεχόταν να το δημοσιεύσει – η αυτόματη γραφή των υπερρεαλιστών δεν απέχει πολύ από αυτά τα επιτεύγματα. Αν μάλιστα αυτό συνδυαστεί και με το τολμηρό λεξιλόγιο, την απομάκρυνση από κάθε έννοια ακαδημαϊσμού και τη αγάπη για τον Walt Whitman είμαστε ήδη στις παρυφές, αν όχι μέσα στην περιοχή της ποίησης του Εμπειρίκου.

Κι από κοντά είναι η περιφρόνηση της λογικής, ο επαναστατικός ρομαντισμός, η αγάπη για την τζαζ και τα μπλουζ, η ελευθεριότητα και ο ερωτισμός, μια αναρχική διάθεση που εκφράζεται με τη συνειδητή περιφρόνηση της κοινωνικής τάξης και της συμβατικής ηθικής, αλλά και με μια κάπως αφελή απολιτική στάση που καταφεύγει περισσότερο στην ουτοπία παρά στην οργανωμένη αντίσταση. Όλα αυτά έφεραν κοντά στους μπητνίκους τον Εμπειρίκο, ο οποίος άλλωστε, όπως και ο Μπρετόν, είχε πολύ βοριά μέσα του για να γίνει άνθρωπος της αποκλειστικής προσκολλήσεως. Παραμένοντας ως το τέλος πιστός στον υπερρεαλισμό ο Ανδρέας Εμπειρίκος δεν δίστασε να είναι πάντα ανοιχτός σε κάθε τι νέο, αρκεί να φύσαγε γύρω του ένας άνεμος ελευθερίας. Αυτόν τον άνεμο φαίνεται ότι ένιωσε ο Έλληνας υπερρεαλιστής να έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου ίσως να ετοιμάζωνται (τονίζω πολύ την λέξι ίσως) να αρπάξουν την σκυτάλην μας (που όμως θα τους την παραδώσουμε μόνον υπό ωρισμένους όρους), ίσως να ετοιμάζωνται, λέει ο Εμπειρίκος το 1963, να αρπάξουν την σκυτάλην μας, ή ίσως να την παραλάβουν, μέσα στα χρόνια αυτά, ως συνεχισταί του ατέρμονος δρόμου μας, οι τόσον σημαντικοί και συνταρακτικοί ποιηταί Ginsberg και Kerouac καθώς και οι άλλοι άξιοι του ονόματος τούτου Beatniks και Beats.

 * * *

Prière de toucher (παρακαλώ, αγγίξτε), έγραφε ένα γυναικείο στήθος που έφτιαξε ο Μαρσέλ Ντυσάν το 1947 και ο Μπρετόν, πολλά χρόνια νωρίτερα, ομολογούσε ότι γράφουμε για να κάνουμε φίλους. Στην ίδια κατεύθυνση ως το τέλος του και ο Εμπειρίκος, αυτό που επιδίωξε πάντα και πάνω απ’ όλα ήταν η επαφή, η ερωτική επαφή και η φιλική επαφή – οι πολυάριθμοι φίλοι του έχουν ήδη πει πολλά γι’ αυτό το γνώρισμα που τον χαρακτήριζε. Για τον Ανδρέα Εμπειρίκο κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ήταν ένα θαύμα. Δεχόταν τον καθένα για ό,τι καλύτερο είχε, παρατηρεί ο Νάνος Βαλαωρίτης και ο ίδιος ο Εμπειρίκος λέει Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου. Και το εννοεί απολύτως.                    

 

[Πρόκειται για το πρώτο κείμενό μου που είδα δημοσιευμένο στη ζωή μου, στην Propaganda του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη – στο καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, περιοδικό που έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Στο ίδιο τεύχος (#7, Χειμώνας 2001-2002) έγραφαν επίσης, μεταξύ άλλων, η Γλυκερία Μπασδέκη, η Κατερίνα Ηλιοπούλου για τη Mina Loy, ο Roger Conover για τον Arthur Cravan, ο Μπαμπασάκης για τον Στέφανο Ροζάνη, ο Βασίλης Τομανάς για τον Thomas Bernhard, ο Γιάννης Ιωαννίδης για τον Asger Jorn και ο Βασίλης Κόρκας για τον Γκλεν Γκουλντ. Θυμήθηκα το κείμενο αυτό για τον Ανδρέα Εμπειρίκο χθες τη νύχτα κατά τις τρεισήμισι η ώρα στον ωραίο κήπο του Jazz Bar στην Κηφισιά, όπου οι μοναδικοί δύο πελάτες του μαγαζιού συνεχίζαμε να παραγγέλνουμε ουίσκι και βότκα με πορτοκάλι και να μιλάμε]

Love sick

Ιουνίου 30, 2009 - 3 Responses

Άλλοτε με βασανίζει ο έρωτας, άλλοτε με βασανίζει ο χρόνος ή μου πονάνε οι αρθρώσεις· κι άλλοτε δεν με νοιάζει τίποτε απ’ όλα αυτά: ενώ κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή και προσπαθώ να τελειώσω καμιά από καιρό αρχινισμένη δουλειά, πριν αρχίσω δηλαδή να ετοιμάζομαι για να βγω έξω και να συναντήσω τους φίλους μου (και μερικούς άλλους μαζί), σκέφτομαι αίφνης την ανύπαρκτη λέξη υποφέρωτας και στρώνομαι να μεταφράσω ένα τραγούδι του Bob Dylan που τ’ ακούω συνέχεια τις τελευταίες μέρες, το Love sick. Ορίστε:

 Με βασανίζει ο έρωτας

Βαδίζω μες στους έρημους δρόμους

Βαδίζω, βαδίζω και σ’ έχω στο μυαλό μου διαρκώς

Σέρνω τα πόδια μου στο δρόμο, το μυαλό μου έχει διαλυθεί

Και τα σύννεφα χύνουν δάκρυα  

 

Άκουσα κάποιον να λέει ψέματα;

Άκουσα κάποιον να φωνάζει από μακριά;

Εγώ μιλούσα σαν παιδί κι εσύ με ρήμαξες μ’ ένα χαμόγελό σου

Την ώρα που κοιμόμουνα βαθιά

 

Με βασανίζει ο έρωτας, ζω στην καρδιά του πόνου

Ένας τέτοιος έρωτας με αρρωσταίνει

 

Βλέπω, βλέπω εραστές μες στα λιβάδια

Βλέπω, βλέπω μορφές μες στα παράθυρα

Τους κοιτάζω ώσπου χάνονται· μ’ αφήνουνε μες στη σκιά

Κι αυτή βαστώ μονάχα

 

Με βασανίζει ο έρωτας· ακούω το ρολόι που χτυπάει

Αυτός ο έρωτας· ο έρωτας με κάνει κι υποφέρω

 

Κάποιες φορές η σιωπή είναι σαν την καταιγίδα

Κάποιες φορές θέλω να βγω έξω και να τα διαλύσω όλα

Δεν μπορείς για μια φορά να είσαι ειλικρινής;

Σε σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι μέσα μου

 

Με βασανίζει ο έρωτας· μακάρι να μη σε είχα γνωρίσει ποτέ

Με βασανίζει ο έρωτας· να σε ξεχάσω προσπαθώ

 

Δεν ξέρω τι να κάνω πια

Και τι δεν θα ‘δινα για να ‘μουνα

Μαζί σου

Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους

Ιουνίου 22, 2009 - 6 Responses

Όταν έγραφα εδώ μέσα για το «Θαλερό» του Σικελιανού, διάβαζα τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (και σκόπευα να διαβάσω στη συνέχεια λίγο Παλαμά)· όταν κατόπιν έγραφα για τον Φρόιντ, είχα ήδη διαβάσει το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» και βρισκόμουν στο δεύτερο κεφάλαιο της βιογραφίας του Μπάροουζ, της οποίας την ανάγνωση διέκοψα χθες το απόγευμα (ευρισκόμενος στο έβδομο κεφάλαιο πια) για να διαβάσω, εμβόλιμα, τη συναρπαστική μελέτη της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Η γένεση των πατέρων – Ο Σικελιανός ως διάδοχος των εθνικών ποιητών» και να ξανακατεβάσω από το ράφι τους τόμους του «Λυρικού βίου».

Κι ενώ ετοιμάζομαι να γράψω δυο κουβέντες, ακόμη, για την ποίηση του Άγγελου Σικελιανού και να συνεχίσω, παράλληλα, το διάβασμα της βιογραφίας του Ουίλιαμ Μπάροουζ, βρίσκομαι για άλλη μια φορά, ευχάριστα μπερδεμένος, μπροστά στα σταυροδρόμια του αναγνωστικού λαβύρινθου που ανοίγονται μπροστά μου. Χθες, φερ’ ειπείν, το πρωί μαζί με τις κυριακάτικες εφημερίδες αγόρασα, αίφνης, και τα «Πεζά» του Μιλτιάδη Μαλακάση κι έχω τώρα εδώ δίπλα μου, μαζί μ’ όλα τ’ άλλα, κι αυτόν τον τόμο των 460 σελίδων· κατάσταση που μου θυμίζει το πρώτο ποίημα από τη συλλογή του Θάνου Σταθόπουλου «Η ιστορία της μουσικής»:

«Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ‘μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπίρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη».

Το μεσημέρι έφυγα νωρίς από τη δουλειά και βαρέθηκα να γυρίσω στο σπίτι αφού μετά από μία-μιάμιση ώρα θα ήμουν πάλι στους δρόμους για να παραλάβω τα παιδιά που θα γύριζαν από τη θάλασσα. Έτσι κάθισα σε μια καφετέρια και ήπια δυο μπύρες Bud διαβάζοντας τη μελέτη της Βογιατζόγλου για τον Σικελιανό και σημειώνοντας ιδέες προς επεξεργασία (μια λίστα με ελληνικά χαμένα βιβλία, κατά το πρότυπο του Stuart Kelly περί του οποίου θα μιλήσουμε εν ευθέτω χρόνω, μια ιστορία υπό μορφήν πολλαπλών sms στην οποία θα χρησιμοποιείται το ψευδώνυμο Horny Bee κλπ). Η όλη κατάσταση μού έφερε στον νου εκείνη την ώρα το όνομα του Ηλία Λάγιου κι επιστρέφοντας αργότερα στο σπίτι τοποθέτησα ανάμεσα στη μισοδιαβασμένη βιογραφία του Μπάροουζ και στα νεόκοπα πεζά του Μαλακάση τον ογκώδη τόμο των εκδόσεων Ίκαρος με τα ποιήματα του Ηλία Λάγιου. Όχι όμως πριν ανοίξω κάποια σελίδα του στην τύχη και – έκπληκτος – διαβάσω ό,τι κι εγώ κάνω περίπου εδώ πέρα:

«6 Μαρτίου: Πρωί τώρα. Διαβάζω Σικελιανό. Το δωμάτιο γύρω μου διάφανο σαν κρύσταλλο, μια υποψία από άρωμα τσαγιού. Ευχαριστώ τον Μεγάλο Αδιάφορο για τις ολίγες τούτες ώρες: την υπόκωφη, μαλακή τέρψη, τη βιαστική χαρά, την αποστήθιση του βίου.»

Και στη διπλανή σελίδα, 527:

«8 Μαρτίου. Τα πράγματα σφίγγουν. Ζορίζεται ο καιρός, ο καιρός ζορίζει. Την έχω ανάγκη τούτη τη σπουδή. Ταπεινή χειροπρακτική εργασία – ως μέθοδος σωφρονισμού. Για να περιχαράξω και να προστατεύσω την ιδιώτευσή μου, την ιδιωτεία μου.»  

70 χρόνια από τον θάνατο του Σίγκμουντ Φρόιντ

Ιουνίου 17, 2009 - Leave a Response

Το γεγονός ότι έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο τού Σίγκμουντ Φρόιντ (και περισσότερα από εκατόν πενήντα από τη γέννησή του) και ακόμη συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο – όπως είναι αξιοθαύμαστο, αν το καλοσκεφτούμε, και το γεγονός της αντοχής στον χρόνο οποιουδήποτε ανθρώπινου έργου. Αν υπολογίσουμε μάλιστα ότι στην περίπτωση του Φρόιντ δεν πρόκειται για ένα λογοτεχνικό έργο, αλλά για μια θεραπευτική θεωρία και πρακτική (πολλαπλώς, μάλιστα, αναθεωρημένη και, εν πολλοίς, ξεπερασμένη) το παράδοξο της αναγνωστικής του αντοχής γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.     

Ξαναδιαβάζοντας αυτές τις μέρες ένα από τα βιβλία του, το περίφημο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», και ξεφυλλίζοντας με αυτή την αφορμή μερικά ακόμα δικά του και άλλων, κατέληξα σε τρεις κύριους παράγοντες της δύναμης του φροϋδικού συγγραφικού έργου.

Καταρχάς πρόκειται για έναν χωρίς αμφιβολία μείζονα συγγραφέα: η κομψότητα, η σαφήνεια και η ακρίβεια του ύφους του, η πίστη του στην εγκυρότητα των ανακαλύψεων και των θεωριών του και η θέρμη με την οποία εκθέτει και αναπτύσσει την απόλυτα λογική επιχειρηματολογία του κάνουν την ανάγνωση των θεωρητικών του έργων μια πραγματικά απολαυστική και πολλαπλώς διδακτική εμπειρία – ανεξάρτητα, μάλιστα, αν είναι ποτέ δυνατόν κάτι τέτοιο, από το περιεχόμενο του εκάστοτε βιβλίου του. Προσωπικά τον τοποθετώ στην ίδια θέση με τον Μονταίνι και τον Σοπενχάουερ, τους δύο μεγαλύτερους στυλίστες του θεωρητικού λόγου που έχω διαβάσει (ο Νίτσε ακολουθεί).    

Ο Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος έχει αφιερώσει στον «Δυτικό Κανόνα» του ένα μεγάλο κεφάλαιο στον βιεννέζο ιδρυτή της ψυχαναλυτικής θεωρίας, φαίνεται να συμφωνεί απολύτως με αυτή την εκτίμηση. «Το πραγματικό επίτευγμα του Φρόιντ», γράφει ο Μπλουμ, «είναι το μεγαλείο του ως συγγραφέα. Ως θεραπευτική πρακτική, η ψυχανάλυση πεθαίνει, μπορεί να είναι κιόλας νεκρή: η επιβίωσή της στον Κανόνα θα πρέπει να βασίζεται σ’ αυτά που έγραψε ο Φρόιντ» (οι περισσότερες, ωστόσο, από τις σελίδες που έχει αφιερώσει στον Φρόιντ δεν αναφέρονται τόσο στο συγγραφικό του έργο, στο ύφος της γραφής του ή στη θεωρία του αλλά στο “άγχος της επίδρασης” του Σαίξπηρ που κατά την άποψή του ταλάνιζε τον μεγάλο ψυχαναλυτή!).

Ο δεύτερος παράγοντας που ερμηνεύει την αντοχή του έργου του Φρόιντ στον χρόνο είναι, έχω την εντύπωση, η αδιαμφισβήτητη επίδραση που είχε η θεωρία του στην κοσμοαντίληψη του σύγχρονου ανθρώπου, μια επίδραση που ελάχιστα έχει ατονήσει στο μεταξύ διάστημα και έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής μας ευαισθησίας. Όπως αναφέρει ο ψυχολόγος Έρνεστ Αντρέ Γκέλνερ «η ψυχανάλυση έχει γίνει η κύρια διάλεκτος για τη διερεύνηση της ανθρώπινης προσωπικότητας και των ανθρωπίνων σχέσεων». Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα έχει αφομοιώσει σε τέτοιο βαθμό τη χαρτογράφηση της ανθρώπινης ψυχής που πρότεινε ο Φρόιντ, καθώς και τις άλλες υποθέσεις και τα διδάγματα της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ώστε δεν νομίζω να μπορεί να αντικρίσει, να βιώσει ή να ερμηνεύσει οποιαδήποτε κατάσταση ή συναίσθημα χωρίς την παρεμβολή και τη μεσολάβησή της.

Η ψυχανάλυση, εξάλλου, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ έχει σημειώσει, είναι μία από τις τρεις μεγάλες προσβολές που δέχτηκε ο ανθρώπινος ναρκισσισμός, ο ανθρώπινος ψυχισμός στο σύνολό του, στη σύγχρονη εποχή και τις οποίες δεν τις έχει ξεπεράσει ακόμη. Πρώτη χρονολογικά εμφανίστηκε η κοσμολογική θεωρία του Κοπέρνικου, ο οποίος έβγαλε τη γη από το κέντρο του σύμπαντος. Ακολούθησε η βιολογική προσβολή που κατάφερε ο Δαρβίνος στον άνθρωπο αφαιρώντας του την προνομιούχα θέση που θεωρούσε πως κατέχει στη δημιουργία. Η ψυχαναλυτική θεωρία υπήρξε το τρίτο πλήγμα που δέχτηκε ο ναρκισσισμός μας, καθώς ο Φρόιντ μας έδειξε πόσο μικρό είναι το κομμάτι του ψυχισμού μας που γνωρίζουμε και ελέγχουμε και πόσο λίγο εξαρτάται από εμάς τους ίδιους η συμπεριφορά και η ψυχολογική μας κατάσταση.

[Αν σε αυτά προσθέσουμε τη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας και τις εξελίξεις στη φυσική επιστήμη (και στη βιολογία) που γνώρισε ο εικοστός αιώνας, θα έχουμε μια πλήρη εικόνα των αντιλήψεων που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος για τον κόσμο και τον εαυτό του.]

Κι όμως. Μπορεί η γεωγραφία του ανθρώπινου ψυχισμού να περιγράφεται από την, πεσιμιστική κατά βάση, θεωρία του Φρόιντ ως ένα θέατρο αντιμαχόμενων δυνάμεων, το μεγαλύτερο ποσοστό από τις οποίες διαφεύγει, μάλιστα, από την κατανόηση και τον έλεγχο του ίδιου του ανθρώπου, ο τελικός στόχος ωστόσο που θέτει η ψυχανάλυση δεν είναι άλλος από την ελευθερία του υποκειμένου. Αυτός ακριβώς είναι και ο τρίτος παράγοντας που εξηγεί την αντοχή του φροϋδικού έργου στο πέρασμα του χρόνου: η ψυχαναλυτική θεραπεία στοχεύει, μέσω της ψυχικής ενδοσκόπησης στην οποία καλεί τους ανθρώπους, στην κατά το δυνατόν πληρέστερη κατανόηση του Εγώ, δηλαδή στην αυτογνωσία που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει τελικά στην απελευθέρωση του ανθρώπου από εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις καταπίεσης.

Έτσι ερμηνεύεται, εξάλλου, και η στροφή του Φρόιντ, κατά την τελευταία περίπου δεκαετία της ζωής του, προς τη μελέτη κοινωνικών θεμάτων και πολιτιστικών προβλημάτων. Όπως αναφέρει και ο μελετητής του έργου και της ζωής του βιεννέζου ψυχαναλυτή, ο Οκτάβ Μαννονί, «τη θεωρία του ο Φρόιντ δεν την έβλεπε παρά ως ένα μέσο που θα επέτρεπε στον άνθρωπο να απελευθερωθεί από τις απαγορεύσεις και τα ταμπού που του επέβαλλε ο πολιτισμός». Προς αυτή την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένα τα έργα του «Το μέλλον μιας αυταπάτης», στο οποίο αναλύει την απατηλή παρηγοριά και ευτυχία που προσφέρει η θρησκεία, καθώς και το λίγο μεταγενέστερο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», όπου πραγματεύεται τη δυσφορία που προκαλεί η πρόοδος του πολιτισμού στον άνθρωπο (τίτλος πρωτοτύπου: «Η δυσφορία στον πολιτισμό»).

Αντιγράφω λίγες σειρές απ’ αυτό το τελευταίο, ως δείγμα των συναρπαστικών ανθρωπολογικών και κοινωνιολογικών προβληματισμών του Φρόιντ και του απαράμιλλου συγγραφικού του ύφους:

«Φαίνεται βέβαιο πως δεν αισθανόμαστε ευχάριστα μέσα στον σημερινό μας πολιτισμό· είναι όμως πολύ δύσκολο να αποφανθούμε αν και κατά πόσο οι άνθρωποι προηγούμενων εποχών αισθάνονταν πιο ευτυχισμένοι και σε ποιον βαθμό συνέβαλλαν σε αυτό οι πολιτισμικές συνθήκες. Θα έχουμε πάντα την τάση να εννοούμε την αθλιότητα αντικειμενικά, δηλαδή να μεταφερόμαστε με τις απαιτήσεις μας και τις δεκτικότητές μας σε εκείνες τις συνθήκες και μετά να εξετάζουμε ποιες αιτίες για αισθήσεις ευτυχίας και δυστυχίας βρήκαμε σε αυτές. Αυτός ο τρόπος παρατήρησης, που φαίνεται αντικειμενικός, επειδή παραβλέπει τις παραλλαγές της υποκειμενικής ευαισθησίας, είναι φυσικά ο υποκειμενικότερος που μπορεί να υπάρχει, γιατί στη θέση όλων των άλλων άγνωστων ψυχικών καταστάσεων τοποθετεί τη δική μας. Η ευτυχία όμως είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό.»      

Το Θαλερό του Άγγελου Σικελιανού

Ιουνίου 10, 2009 - 2 Responses

Το «Θαλερό», ένα από τα δικαίως γνωστότερα ποιήματα του Σικελιανού, γράφτηκε το 1914, όταν ο ποιητής έμενε στη Συκιά, τρία χιλιόμετρα πιο κάτω από το χωριό Θαλερό, από το οποίο πήρε τον τίτλο του και τον εν λόγω ποίημα. Από τη Συκιά, άλλοτε μόνος του, άλλοτε με την Εύα και τον γιο τους Γλαύκο κι άλλοτε με μεγάλη παρέα, συνήθιζε ο ποιητής να περπατάει ως το Θαλερό – μια απ’ αυτές τις εκδρομές του αφηγείται το εξαίσιο αυτό ποίημα. Είναι μάλιστα ένα από τα ελάχιστα ποιήματα του Άγγελου Σικελιανού από τα οποία απουσιάζει οποιαδήποτε μυθική, ιστορική ή χριστιανική αναφορά.

Αυτό που αποτυπώνεται στο ποίημα είναι η άμεση επικοινωνία του ποιητή με τη φύση, η σωματική του μέθεξη με τα στοιχεία όλα που αποτελούν τον αισθητό κόσμο – τα φυτά, τα πουλιά, τον ήλιο και το φεγγάρι, τα ζώα και τη ζέστη της ατμόσφαιρας, το νερό και το φαγητό, το νεαρό κορίτσι, το κρασί και τον ύπνο. Κι ενώ από τους στίχους του ποιήματος απουσιάζει οποιαδήποτε υπερβατική ή μυστικιστική αναφορά, εν τούτοις ό,τι τελικά περιγράφεται είναι μια θεία εμπειρία, είναι η βίωση μιας σχεδόν μυστικής κατάστασης. Το πέρασμα του ποιητή από τον φυσικό χώρο που περιγράφει και η συνάντησή του με το νεαρό κορίτσι που τον φιλεύει και τον φιλοξενεί δεν διαφέρει σε ένταση και ύψος απ’ το πέρασμα του Δάντη από τον επίγειο παράδεισο και τη συνάντησή του με τη Βεατρίκη.

Παρομοίως διαβάζει το ποίημα και ο Νάσος Βαγενάς, ο οποίος σε ένα παλαιότερο άρθρο του για τη συνομιλία της ποιητικής γενιάς του ’30 με τον Άγγελο Σικελιανό αναφέρεται και στην επιρροή του συγκεκριμένου αυτού ποιήματος σε τρεις μεγάλους μας ποιητές, τον Σεφέρη, τον Εμπειρίκο και τον Ρίτσο. Αντιγράφω ολόκληρη τη σχετική παράγραφο. Γράφει ο Βαγενάς:               

«Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συνομιλία των τριών ποιητών με εκείνο το ποίημα του Σικελιανού που εκφράζει καιριότερα και διαυγέστερα αυτό που περιέγραψα ως βίωση μιας ουράνιας εμπειρίας με επίγειους όρους. Αναφέρομαι στο «Θαλερό», χωρίς το οποίο το «Hampstead» του Σεφέρη (1931), η «Ανάμνηση» του Ρίτσου (1935) και το «Ανδρος – Υδρούσα» του Εμπειρίκου (1958) δεν θα είχαν γραφεί (ή θα είχαν γραφεί διαφορετικά). Και τα τρία ποιήματα προβάλλουν τις εικόνες τους πάνω στις εικόνες του «Θαλερού» εκφράζοντας είτε τη θλίψη για την αδυναμία ενός βόρειου τοπίου να προσφέρει ένα αίσθημα ανάλογο με εκείνο του ποιήματος του Σικελιανού (Σεφέρης), είτε την αγαλλίαση από την επαφή με ένα τοπίο παρόμοιο με εκείνο του «Θαλερού» (Εμπειρίκος), είτε την ευδαιμονία από την αναπόληση μιας τέτοιας αγαλλίασης (Ρίτσος). Και τα τρία ποιήματα είναι γραμμένα με τους στιχουργικούς τρόπους του Σικελιανού: το «Hampstead» και το «Ανδρος – Υδρούσα» πάνω στα χνάρια του ελεύθερου στίχου του Σικελιανού (το δεύτερο στην πεζόμορφη εκδοχή του περιέχει και έναν στίχο από το «Θαλερό»)· το ποίημα του Ρίτσου ­ που είναι και αφιερωμένο στον Σικελιανό ­πάνω σε μια παραλλαγή του στροφικού σχήματος του «Θαλερού». Στην ψυχή και των τριών ποιημάτων «τρίζουν και ηχούν βοερά πτερά μεγάλου αρχαγγέλου» («Ανδρος – Υδρούσα»).»

Ο Θεόδωρος Ξύδης, ένας από τους παλαιότερους και συστηματικούς μελετητές του έργου του Άγγελου Σικελιανού, αναφέρει στο βιβλίο που έχει αφιερώσει στον ποιητή μια πολύ χαρακτηριστική πληροφορία σχετική με το ποίημα και το χωριό Θαλερό: σύμφωνα λοιπόν με αυτόν, το χωριό αρχικά λεγόταν Θολερό και ήταν ύστερα από την παρότρυνση του ποιητή, «Εδώ τίποτα δεν είναι θολό. Όλα θάλλουν. Όχι λοιπόν Θολερό, αλλά Θαλερό», που το κοινοτικό συμβούλιο του χωριού αποφάσισε να του αλλάξει την ονομασία. Ο Θεόδωρος Ξύδης σώζει επίσης το όνομα και την ιστορία της «αρχοντοθυγατέρας» που αναφέρεται στο ποίημα. Στην ιστοσελίδα του νομού Κορινθίας, ωστόσο, όπου σχολιάζεται δια μακρών το εν λόγω ποίημα, η πρώτη πληροφορία για το όνομα του χωριού, αποσιωπάται πλήρως, ενώ η ταυτότητα της κοπέλας εμφανίζεται εντελώς διαφορετική: άλλο όνομα και άλλη βιογραφία.

«Εγώ δε οφείλω λέγειν τα λεγόμενα», καθώς λέει ο Ηρόδοτος, «πείθεσθαί γε μεν ου παντάπασι οφείλω, και μοι τούτο το έπος εχέτω ες πάντα λόγον». Η αλήθεια των γεγονότων, όπως και να ‘χει, λίγη σημασία έχει· είναι ώρα πια να διαβάσουμε το ποίημα ή και να τ’ ακούσουμε από τη φωνή του Νάσου Δετζώρτζη (κατά προτίμηση) ή του Μιχάλη Γκανά:          

  

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν
      εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
      μες σε διπλή γαλήνη.

Βαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
      το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν
      μακριά-πλατιά τη σκάλα,

σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
      στον όχτο οι καλογιάννοι,                            
κι άπλων’ απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
      κεφαλοπάνι…

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
      τό ‘να από τ’ άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
      ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
      με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
      ζητώντας μου τα χνάρια.                                    

Και κάτου απ’ την κληματαριά την άγουρη μ’ επρόσμενε,
      στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
      το φως του Aποσπερίτη…

Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
      η αρχοντοθυγατέρα,
οπού ‘χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
      χαράκι ως περιστέρα·

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
      της παρθενιάς τη φλόγα,                                    
κι απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ’ αμάλαγα,
      χώριζ’ ολόρτη η ρώγα·

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
      πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει’ η φούχτα μου
      ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π’ αγανάχτησε
      στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας,
      μια σφήνα μες στα μάτια.                              

Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
      γευόμουν απ’ το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
      βαθιά στον ουρανίσκο…

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
      πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
      στα δέντρα ν’ αμολήσει.

Κι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
      και διάφανο το χώμα                                    
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
      μ’ αδρό, γαλήνιο σώμα.

Εκεί μ’ ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
      μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
      νύχτια δροσιά τα θάμνα…

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
      ν’ αναπαυτεί λιγάκι
πά’ σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
      στη βάψη από λουλάκι…

Εορταστικό τριήμερο στη Ναύπακτο

Ιουνίου 9, 2009 - Leave a Response

Δεν ήθελα να πάρω τον Φρόιντ μαζί μου στη Ναύπακτο. «Κάποια βιβλία είναι για να δοκιμάζονται, άλλα για να καταπίνονται, και λίγα για να μασώνται και να αφομοιώνονται· δηλαδή, μερικά βιβλία είναι για να διαβάζονται μόνον αποσπασματικά· άλλα για να διαβάζονται, αλλά όχι πολύ προσεκτικά· και λίγα για να διαβάζονται ολόκληρα, και μάλιστα με επιμέλεια και προσοχή», συνιστά ο Φράνσις Μπέικον σ’ ένα από τα δοκίμιά του. Τα βιβλία του Φρόιντ ανήκουν, χωρίς αμφιβολία, σε αυτή την τελευταία κατηγορία – γιατί κάποια βιβλία, όπως και να το κάνουμε, δεν διαβάζονται παρά μόνο στο γραφείο με το μολύβι στο χέρι και το σημειωματάριο ανοιχτό στο πλάι· κι όχι στην παραλία της Ναυπάκτου. 

Σήκωσα, λοιπόν, πριν ξεκινήσουμε, το βλέμμα προς το ράφι με τ’ αδιάβαστα βιβλία (ένα ράφι που δεν υπάρχει παρά μόνο στο μυαλό μου, γιατί, στην πραγματικότητα, ολόκληρη η βιβλιοθήκη μου δεν είναι παρά ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο από τυπωμένο χαρτί όπου εκεί που αμέριμνος βαδίζει ο αναγνώστης ανάμεσα στους γνώριμους και διαβασμένους τόμους σκάει ξαφνικά κάτω απ’ τα πόδια του ένας Μπρετόν αδιάβαστος ή ένας Πεντζίκης με άκοπες ακόμη τις σελίδες του και του τινάζει όλα τα σχέδια στον αέρα), σε αυτό ακριβώς το ράφι άπλωσα το χέρι μου και κατέβασα τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη: εβδομήντα ανεξάρτητες μικρές ιστορίες, δυο-τρεις σελίδες η καθεμία, πολλά πρόσωπα, πολλοί τόποι, πολλές καταστάσεις, πολλά καταπιεσμένα πάθη – ό,τι πρέπει για την περίσταση. Δεν θέλω, ωστόσο, να γράψω γι’ αυτό σήμερα· δεν πρόλαβα, εξάλλου, να διαβάσω παρά μόνο τις δέκα εννέα από τις εβδομήντα ιστορίες κατά τη διάρκεια του σύντομου αυτού εορταστικού τριημέρου του Αγίου Πνεύματος.

Επιστρέφοντας, όμως, χθες το απόγευμα από τη Ναύπακτο και λίγο προτού να φτάσουμε στο Ξυλόκαστρο, αφήσαμε τη λεγόμενη «Εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών» και συνεχίσαμε τη διαδρομή μας προς την Αθήνα παίρνοντας τον δρόμο που διασχίζει τα παραθαλάσσια χωριά του Κορινθιακού κόλπου και πραγματοποιώντας έτσι ένα σύντομο πέρασμα από ορισμένους σταθμούς της λογοτεχνίας μας γεωγραφίας.

Συναντήσαμε, λοιπόν, πρώτα τη Συκιά, όπου υπάρχει ακόμα (ή, τουλάχιστον, υπήρχε πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όταν μου το είχανε δείξει) το σπίτι στο οποίο έζησε τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα ο Άγγελος Σικελιανός. Λίγο πιο πάνω είδαμε την ταμπέλα για το Θαλερό, το χωρίο στο οποίο αναφέρεται ο Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημά του. Και, τέλος, συναντήσαμε και το Θροφαρί, το χωριό από το οποίο στέλνει τα εξαίσια ποιήματά του (και τα πεζά του, υποθέτω) ο Αργύρης Χιόνης. Ακόμη και το Κούτσι είδαμε, αλλά κρίναμε πως δεν πρέπει να έχεις σχέση με τον Τζ. Μ., τον συγγραφέα της «Ατίμωσης» και του «Περιμένοντας τους βαρβάρους» και προσπεράσαμε.

Τι πιο φυσικό, μετά από αυτά κι αφού είχαμε πια γυρίσει στο σπίτι και βάλει για ύπνο τα παιδιά, απ’ το να πάρω στο κρεβάτι τον δεύτερο τόμο του «Λυρικού Βίου» (3 Νοεμβρίου 1988, έχω γράψει στην πρώτη λευκή σελίδα) και να τον ανοίξω στη σελίδα 119 για να διαβάσω το «Θαλερό» και να συνεχίσω ύστερα με τα υπόλοιπα ποιήματα του Σικελιανού που αγαπάω: «Γιάννης Κητς», «Γιατί βαθιά μου δόξασα», «Ύμνος του μεγάλου Νόστου», «Το πρωτοβρόχι», «Στον Ακροκόρινθο»· αυτά και ξανά το «Θαλερό».

Να πώς γίνεται

Ιουνίου 6, 2009 - 2 Responses

Έσπρωξα στην άκρη ό,τι άλλο είχα πάνω στο γραφείο μου κι άνοιξα διάπλατα τα χαρτιά μου και τα βιβλία μου – έξι βιβλία δηλαδή και δυο σελίδες όλες κι όλες κομμένες από το σημειωματάριό μου – και στρώθηκα από χθες το πρωί να γράψω εκείνες τις πέντε αράδες που ήθελα να γράψω για τον Μισέλ Ουελμπέκ. Τα έξι του βιβλία τα διάβασα, χωρίς διάλειμμα το ένα μετά το άλλο, τον προηγούμενο μήνα κι αφού άφησα να περάσουν λίγες μέρες για να κατακαθίσουν οι σκέψεις και οι εντυπώσεις μέσα μου, είμαι έτοιμος να πιάσω δουλειά μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Που σημαίνει δηλαδή να ξαναπιάσω τα βιβλία στα χέρια μου, να τα ξεφυλλίσω προσεκτικά διαβάζοντας όσες φράσεις έχω υπογραμμίσει ή έχω με κάποιον τρόπο σημαδέψει στις σελίδες τους και να αντιγράψω κατόπιν στο οικείο έγγραφο του word όποιες απ’ αυτές νομίζω πως θα μου σταθούν χρήσιμες στη μελέτη μου. Κι ύστερα να ξεκινήσω το γράψιμο χωρίς να χρειαστεί πιθανότατα να ξανακατεβάσω από το ράφι της βιβλιοθήκης μου τα βιβλία του γάλλου συγγραφέα.

Επειδή όμως ο κόσμος, όσο εγώ ασχολούμαι με τον Ουελμπέκ και τον σεξουαλικό του φιλελευθερισμό, συνεχίζει παραδόξως να γυρίζει, η διαδικασία της συγγραφής – ανεξάρτητα μάλιστα από το τελικό της αποτέλεσμα – μπορεί και να τραβήξει σε μάκρος· πράγμα που σημαίνει ότι παράλληλα με αυτήν όλο και κάποιο άλλο βιβλίο θα τύχει ν’ ανοίξω για να διαβάσω, αν όχι στη διάρκεια της μέρας, σίγουρα όμως το βράδυ πριν κοιμηθώ. Τι διαβάζει όμως κανείς όταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας (προτίθεται να) έχει στον νου του, εκτός από τις χιλιάδες άλλες σκέψεις με τις οποίες φορτώνει η καθημερινότητα το μυαλό του ανθρώπου, και τον Μισέλ Ουελμπέκ από πάνω;

Η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν να ξεκινήσω να διαβάζω κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό για το οποίο θα έγραφα: τη βιογραφία του Μπάροουζ, φερ’ ειπείν, γραμμένη από τον Μπάρρυ Μάιλς, «Ουίλιαμ Μπάροουζ El Hombre Invisible» και το μυθιστόρημα που έγραψε ο Μπάροουζ μαζί με τον Κέρουακ, «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» ή ίσως «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου» του Κωστή Παλαμά, στο οποίο βιβλίο θα βρω νομίζω κάποιο είδος αφήγησης της αναγνωστικής διαδρομής του ποιητή – όχι βέβαια ένα ακόμη ημερολόγιο ανάγνωσης αλλά κάτι ενδεχομένως παρεμφερές. Φοβήθηκα όμως ότι θα παρασυρθώ σε άλλες γοητευτικές ατραπούς και θ’ απομακρυνθώ από τη σκέψη του Ουελμπέκ κι εγκατέλειψα έτσι αυτά μου τα σχέδια.

Στράφηκα κατόπιν σε βιβλία που θεώρησα ότι χωρίς να είναι του ίδιου του Ουελμπέκ δεν θα με τραβούσαν μακριά από την περιοχή των ενδιαφερόντων, της στάσης ή των τρόπων του. Ο Καμί και ο Σαρτρ τού χωρίς νόημα κόσμου και της υπαρξιακής κόπωσης είναι, από μιαν άποψη, τέτοιοι συγγραφείς· ο Σελίν και ο Μπέρνχαρντ τού πεσιμισμού, της οργής και της φαινομενικής μισανθρωπίας επίσης· ο Σοπενχάουερ και ο Φρόιντ τής αθλιότητας της ζωής και της πρωτοκαθεδρίας της σεξουαλικότητας, παρομοίως. Σε αυτόν τον τελευταίο είναι που κατέληξα τελικά, στο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας».         

Γράφει, ας πούμε, ο Φρόιντ εκεί: «Η ζωή, όπως μας έχει δοθεί, είναι πολύ δύσκολη για μας, μας φέρνει τόσους πολλούς πόνους, απογοητεύσεις και άλυτα προβλήματα. Για να την υποφέρουμε, δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από καταπραϋντικά μέσα», για να διευκρινίζει παρακάτω: «Μια από τις μορφές εμφάνισης της αγάπης, η σεξουαλική αγάπη, μας έχει προσφέρει το ισχυρότερο βίωμα μιας εξαίσιας αίσθησης της ηδονής και έτσι μας έχει δώσει το πρότυπο για την επιδίωξη της ευτυχίας. Τι είναι πιο φυσικό από την επιμονή μας να αναζητήσουμε την ευτυχίας στον ίδιο δρόμο που την πρωτοσυναντήσαμε;». Κι ο Ουελμπέκ από την πλευρά του: «Ο θεός που ευθύνεται για τη δυστυχία μας, που μας έκανε θνητούς, αλαζόνες και σκληρούς, προέβλεψε αντίστοιχα αυτή τη μορφή μερικής αποζημίωσης. Αν δεν υπήρχε στη ζωή, μια στις τόσες, λιγάκι σεξ, τι θα μας απέμενε; Ένας ανώφελος αγώνας ενάντια στα αρθριτικά, ενάντια στη δημιουργία τερηδόνας».

Για τον Φρόιντ, όμως, γενικά και ειδικά, αύριο.

Περί αυτού πρόκειται λοιπόν!

Ιουνίου 5, 2009 - Leave a Response

Έχω εδώ και δυο χρόνια στη βιβλιοθήκη μου (κάποιες φορές και στην τσάντα μου) ένα τομίδιο των εκδόσεων Ροές, όπου – υπό τον τίτλο Τα «ανθελληνικά» και με τρία ωραία τσολιαδάκια στο εξώφυλλο – ανθολογούνται κάμποσες σελίδες από το έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη· εκτός λίγων εξαιρέσεων πρόκειται για μικρότερα ή μεγαλύτερα αποσπάσματα κειμένων του συγγραφέα που δίνονται από τον ανθολόγο, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τη μορφή αφορισμού. Πρόκειται δηλαδή για ένα από εκείνα τα κατά κανόνα απολαυστικά βιβλία που συγκεντρώνουν σε έναν μόνο τόμο τις φράσεις, σκέψεις και παρατηρήσεις, που σχεδόν κάθε αναγνώστης θα υπογράμμιζε αν διάβαζε ολόκληρο το έργο του εκάστοτε συγγραφέα.  

Κι όμως, παρόλο που οι αφορισμοί είναι από τα πιο αγαπημένα μου γραμματειακά είδη και παρόλο που συνηθίζω σε όλα μου τα βιβλία, και στα βιβλία του Ροΐδη συνεπώς, να υπογραμμίζω όποια φράση (από μία λέξη ως κι ολόκληρη σελίδα καμιά φορά) με εντυπωσιάζει ή με ενδιαφέρει ή μου είναι με κάποιον τρόπο χρήσιμη ή με ξαφνιάζει ή επιβεβαιώνει κάποια υποψία μου ή είναι απλώς κεντρική στο έργο του συγγραφέα και παρόλο, τρίτο στη σειρά, που ο Εμμανουήλ Ροΐδης σταθερά εδώ και πολλά χρόνια συγκαταλέγεται στους συγγραφείς που απολαμβάνω να διαβάζω, το εν λόγω βιβλίο με τα σύντομα άρθρα, τα αποφθέγματα και τους αφορισμούς του δεν κατάφερα ποτέ να το κρατήσω στα χέρια μου και να το διαβάσω για περισσότερα από δέκα λεπτά.  

Η αλήθεια είναι πως πολλοί από τους αφορισμούς που έχει σταχυολογήσει ο Αλέξανδρος Βέλιος στερούνται οποιασδήποτε χάρης και πρωτοτυπίας στο ύφος ή στη σκέψη που διατυπώνουν. Π.χ. «Μεγάλη δυστυχία είναι να έχη κανείς πολύ καλήν καρδίαν» ή «Πάσχομεν εκ πληθώρας αγραμμάτων» κι ακόμη «Παν έθνος, όσον και αν τύχη μικρόν, δικαιούται να ομιλή αξιοπρεπώς». Δεν λείπουν, βέβαια, (πώς θα μπορούσε εξάλλου όταν μιλάμε για τον Ροΐδη;) και πολλά δείγματα της γνωστής εικονοκλαστικής εξυπνάδας και του δραστικότατου και γοητευτικότατου ύφους του συγγραφέα: «Σέβομαι τους νεκρούς και όταν ακόμη είναι ζωντανοί». Και πάλι όμως, κάτι δεν πάει καλά εδώ· οι ίδιες φράσεις που μες στα άρθρα και τα μελετήματα του Ροΐδη λάμπουν και κόβουν σαν διαμάντια, εδώ φαντάζουν ανούσιες, αναιμικές και ανίσχυρες.

Είχα καταλήξει πως, απ’ ό,τι φαίνεται, ο λόγος του Ροΐδη δεν προσφέρεται για αποσπασματική ανάγνωση – αν και διαρκώς χρησιμοποιείται από δημοσιογράφους και λογοκόπους ως εντυπωσιακή και βολική κοινοτοπία (όπως και του έρμου του Καβάφη οι στίχοι). Διαβάζοντας όμως χθες το βράδυ ένα δοκίμιο του Διονύση Καψάλη για τον Ροΐδη, από το ίδιο βιβλίο απ’ όπου διάβαζα τις προάλλες για τον Βικέλα και τη λογιοσύνη: «Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα», ανακάλυψα μιαν ακόμη αιτία που ο λόγος του εξασθενεί τόσο όταν αντιμετωπίζεται αποσπασμένος από τα κειμενικά του συμφραζόμενα.

Όσο κι αν ο Ροΐδης παρουσιάζεται από τους μελετητές του κυρίως ως ο ευφυής και δεικτικός σχολιαστής της νεοελληνικής πραγματικότητας, με το έργο του υπερβαίνει κατά πολύ αυτό τον χαρακτηρισμό. Υπάρχει πάντα στα κείμενά του κάτι παραπάνω από το απλό κριτικό επικαιρικό σχόλιο. «Κάτι περισσεύει», παρατηρεί σχετικά ο Διονύσης Καψάλης, «ένας ιδιαίτερος τόνος φωνής και μια αύρα προσωπικότητας που τυλίγει τον αναγνώστη και τον συνεπαίρνει». Ό,τι ακριβώς χάνει, προσθέτω εγώ, ο αναγνώστης όταν αντικρίζει το έργο του Ροΐδη αποσπασματικά – χάνει τη μορφή του συγγραφέα που βρίσκεται μες στην πραγματικότητα που διαρκώς σχολιάζει και στηλιτεύει. Και συνεχίζει ο Καψάλης:

«Σταθερό σχόλιο της νεοελληνικής πραγματικότητας θα ήταν το έργο οποιουδήποτε ικανού δημοσιογράφου, όπως του ιδιοφυούς και αεικίνητου Βλάση Γαβριηλίδη. Στην περίπτωση του Ροΐδη, όμως, έχεις την αίσθηση ότι με τα χρόνια εγκαθίσταται και ο ίδιος, ανήσυχος πάντα και αδιαπραγμάτευτα οξυδερκής, μέσα στο σταθερό αυτό σχόλιο· αυτοπολιτογραφείται στην πραγματικότητα που σχολιάζει, γίνεται ισόβιος πολίτης της. Και σιγά σιγά, γύρω από το πρώτο ενικό πρόσωπο του συνεχούς αυτού σχολιασμού, αποκρυσταλλώνεται ένα ίζημα προσωπικότητας, ένας πυρήνας υποκειμενικών αισθημάτων που, σαν ισχυρός μαγνήτης, μαζεύει πάνω του ρινίσματα ενός συγκεκριμένου βίου, όσα μοιάζει να περισσεύουν από την επίπονη άσκηση της γραφής ή από τις συμβατικές υποχρεώσεις του σχολιαστή. Και ο πυρήνας αυτός σχηματίζει χαρακτηριστικά συγκεκριμένου προσώπου· αποκτά βίο και παιδική ηλικία και πάθη, άλλα εμμέσως ομολογημένα και άλλα ανομολόγητα. Ο Ροΐδης, με άλλα λόγια, αποστάζει σιγά σιγά τον εαυτό του μέσα στον συνεχή διάλογο που έχει ανοίξει με την πραγματικότητα· δεν αυτοβιογραφείται, με την αυστηρή σημασία του όρου, μολονότι οι αυτοβιογραφικές αναφορές είναι πολλές και διάσπαρτες στα κείμενά του.»

Περί αυτού πρόκειται λοιπόν!