Υπάρχουν μέρες που δεν πηγαίνω στη δουλειά και μέρες που δεν ανοίγω καθόλου τον υπολογιστή. Υπάρχουν μέρες που δεν μένω καθόλου στο σπίτι ή που δεν βγαίνω καθόλου από το σπίτι. Υπάρχουν μέρες που δεν γράφω τίποτα και μέρες που δεν κοιμάμαι παρά λίγες μόνο ώρες. Είναι ελάχιστες όμως οι μέρες που δεν θα διαβάσω μία έστω σελίδα από κάποιο βιβλίο. Στο κρεβάτι, στο γραφείο, στην τουαλέτα, στο αυτοκίνητο, στη στάση του λεωφορείου, περιμένοντας τα παιδιά να σχολάσουν, περιμένοντας το φαγητό να ψηθεί, περιμένοντας το ξυπνητήρι να χτυπήσει, κάποιο βιβλίο θα υπάρχει δίπλα μου κι εγώ θ’ απλώσω το χέρι μου να το πιάσω. Ημερολόγιο αυτής της καθημερινής μεν αλλά μαγικής διαδικασίας προτίθεται να είναι το παρόν μπλογκ. Για αρχή ένα δείγμα γραφής από τον περάσμένο Σεπτέμβριο, για να ξέρει ο αναγνώστης τι τον περιμένει.
Τετάρτη. Ετοιμάζω τη βαλίτσα μου για ένα σύντομο και απροσχεδίαστο ταξίδι στη Ρόδο· ξεμπερδεύω γρήγορα-γρήγορα με τα ρούχα και τα παπούτσια, προσθέτω την οδοντόβουρτσα και την ξυριστική μου μηχανή, το μαύρο μου σημειωματάριο και κανά-δυο μολύβια, που, έτσι κι αλλιώς, μονίμως τα κουβαλάω μαζί μου – θυμάμαι πάντα τη σοφή ρήση του Πολ Όστερ: «Αν μη τι άλλο, τα χρόνια με έχουν διδάξει το εξής: αν έχεις ένα μολύβι στην τσέπη σου, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κάποια μέρα να μπεις στον πειρασμό να το χρησιμοποιήσεις». Και μετά αρχίζει το δύσκολο μα ευχάριστο έργο της επιλογής των βιβλίων που θα πάρω μαζί μου. Σίγουρα ένα απ’ αυτά θα είναι του Ναμπόκοφ η Άμυνα του Λούζιν (βρίσκομαι ήδη στη σελίδα 91 και δεν σκοπεύω να το αφήσω στη μέση)· ο Ζούκερμαν Δεσμώτης είναι πολύ βαρύ βιβλίο για ταξίδι χωρίς αυτοκίνητο, ο Αναρχικός τραπεζίτης του Πεσσόα θα αποδειχθεί πιθανότατα πολύ μικρός για την υπεσχημένη τεμπέλικη διαμονή τεσσάρων ημερών. Μέχρι την ώρα που κουρασμένος πέφτω για ύπνο αμφιταλαντεύομαι μεταξύ τουλάχιστον πέντε-έξι βιβλίων που έχω στοιβάξει πλάι στη βαλίτσα μου, για να καταλήξω τελικά, λίγο πριν σβήσω το φως μου, Στο φως της μέρας του Γκράχαμ Σουίφτ.
Παρασκευή. Όποτε βρίσκομαι σε κάποιο μέρος μακριά από το σπίτι, για διακοπές ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, φροντίζω κάθε φορά να αγοράσω τουλάχιστον ένα βιβλίο ως προσωπικό μου αναμνηστικό από εκεί. Μπορώ, στ’ αλήθεια, να θυμηθώ με ακρίβεια πού αγόρασα κάθε βιβλίο που έχω αποκτήσει στη διάρκεια κάποιου ταξιδιού: στη Μύκονο τις Δύσκολες νύχτες της Μέλπως Αξιώτη (προβλέψιμο) και τα Γράμματα σ’ ένα νέο στοχαστή του Κώστα Αξελού, στα Καλάβρυτα τη Ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη του Νάνου Βαλαωρίτη, στη Νεάπολη Λακωνίας την Ιστορία αγάπης και σκότους του Άμος Οζ. Από τη Ρόδο θα φέρω πίσω στην Αθήνα το Ένας αργός άνθρωπος του Τζ. Μ. Κούτσι και, σε έκδοση τσέπης, Το άλικο γράμμα του Ναθάνιελ Χόθορν (το οποίο, κατά σύμπτωση, το είχα αγοράσει σε κάποιο άλλο μου ταξίδι πριν από χρόνια, στα αγγλικά τότε, μα ακόμη δεν το έχω διαβάσει). Πέρασα όλο το πρωινό μου περπατώντας στην πόλη της Ρόδου, ήπια καφέ με θέα τους τουρίστες και, αργότερα, μπύρα με θέα τη θάλασσα διαβάζοντας τον New Yorker, ανάγνωσμα που το θεωρώ μία από τις μεγαλύτερες απλές απολαύσεις που προσφέρει η ζωή.
Σάββατο. Οι δυνατότητες είναι συναρπαστικές. Δανείζομαι τον στίχο του Νίκου Καρούζου, αφαιρώντας του κάθε μεταφυσικό περιεχόμενο, όποτε ολοκληρώνω την ανάγνωση ενός βιβλίου και δεν έχω οδηγηθεί αυτομάτως σε κάποιο καινούριο. Τέλειωσα, σαν να λέμε, τον Ναμπόκοφ μου χθες βράδυ και αφού δεν έχω κάποιο άλλο δικό του βιβλίο, όπως θα ήθελα σήμερα, και δεν έχω τη σκακιέρα μου και τον γιο μου, για να του μάθω, επιτέλους, σκάκι, κρατάω μπροστά μου τα τρία αδιάβαστα βιβλία μου και αναρωτιέμαι πού μπορεί να με οδηγήσει το καθένα: το Στο φως της μέρας έχει δυο υπέροχα γυναικεία πόδια στο εξώφυλλό του και μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση της υπόθεσής του στο οπισθόφυλλο· το Άλικο γράμμα είναι κλασικό βιβλίο, θεωρείται το πρώτο ψυχολογικό αμερικανικό μυθιστόρημα, το οποίο θα όφειλα, ίσως, να έχω διαβάσει, και έχει ένα εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα έκτασης 60 σελίδων περίπου που τιτλοφορείται Το τελωνείο, χώρος ο οποίος με ενδιαφέρει εξαιρετικά τον τελευταίο καιρό· το Ένας αργός άνθρωπος του νομπελίστα Τζ. Μ. Κούτσι είναι εντελώς σύγχρονο μυθιστόρημα και μου το σύστησε ο καλός μου φίλος. Θα ξεκινήσω απ’ αυτό ακολουθώντας τη φωνή της φιλίας.
Κυριακή. Όλη η μέρα σήμερα (και όλη η μέρα χθες, εδώ που τα λέμε) ήταν αφιερωμένη στην ανάπαυση του σώματος, στην ανάγνωση βιβλίων και εφημερίδων και στην κατανάλωση καφέδων και λοιπών ροφημάτων. Στο αεροπλάνο της επιστροφής, το οποίο έφτασε στην Αθήνα στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, τέλειωσα το βιβλίο του Κούτσι που το είχα ξεκινήσει χθες το πρωί. Συγκρατώ τη διαπραγμάτευση του δύσκολου θέματος των γηρατειών, που για άλλη μια φορά διαπίστωσα πως δεν έρχονται στον άνθρωπο με μικρά βήματα και συχνές προειδοποιήσεις μα ξαφνικά και αμετάκλητα. Συγκρατώ, επίσης, τον χωρίς ελπίδα και, κατ’ ανάγκη, ανιδιοτελή έρωτα του ήρωα του βιβλίου, αλλά, κυρίως, με εντυπωσίασε η αιφνίδια εισαγωγή του συγγραφέα στη δράση του μυθιστορήματος, ο αγώνας του και η σχέση του με τους ήρωές του, η μοναξιά του όταν πρέπει πια να τους εγκαταλείψει. Ενδιαφέρον βιβλίο, ενδιαφέρων συγγραφέας.
Δευτέρα. Βρέθηκα ξαφνικά χωρίς καμία υποχρέωση σήμερα, από τις δέκα η ώρα το πρωί, και με έντονη, ως συνήθως, διάθεση για έναν καφέ προτού να γυρίσω στο σπίτι για να στρωθώ πάλι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή για δουλειά. Ωστόσο, παρά τον όρκο που επανειλημμένως έχω πάρει, να μην απομακρύνομαι ποτέ από το σπίτι χωρίς τουλάχιστον έναν τόμο στην τσάντα ή στην τσέπη μου, ανακαλύπτω με απογοήτευση ότι η τσάντα μου είναι άδεια και κινδυνεύω να βρεθώ με μοναδικό μου συνομιλητή ένα φλιτζάνι με ζεστό καφέ. Μπαίνω, λοιπόν, στο κοντινότερο βιβλιοχαρτοπωλείο, με την ελπίδα ότι όλο και κάποιο ενδιαφέρον βιβλίο θα έχει γλιτώσει από τη λαίλαπα των εποχιακών σχολικών ειδών, για να βγω δέκα λεπτά αργότερα κρατώντας στο χέρι τον μικρό Αποχαιρετισμό στο Βυζάντιο του μεγάλου βυζαντινολόγου Hans-Georg Beck. Είναι που φέτος αναγκαστικά θα ασχοληθώ σε κάποιο βαθμό και με την ιστορία του Βυζαντίου, μα είναι κυρίως τούτη η φράση, στην οποία έπεσε τυχαία το βλέμμα μου και μ’ έκανε να αγοράσω το βιβλιαράκι και να το διαβάσω ολόκληρο πίνοντας τον καφέ μου: «Τι νόημα έχει και σε τι μπορεί να αποσκοπεί πια στην ηλικία μου να σκουριάζεις έτσι, τριγυρνώντας ανάμεσα στον Ιππόδρομο και στην Αγιά-Σοφιά, ανάμεσα στη Νίκαια και στα ερείπια του Αμορίου, ανάμεσα στον Συνέσιο και στον Μετοχίτη και μ’ αυτά και μ’ εκείνα να αποξεχνάς προβλήματα που κάνουν ολοένα εντονότερη την εμφάνισή τους κι έχουν πιο μεγάλες απαιτήσεις από οποιαδήποτε επιστήμη;».
Τρίτη. Από χθες το βράδυ ξεκίνησα πια και την ανάγνωση του Ζούκερμαν Δεσμώτη του Φίλιπ Ροθ, με τη βεβαιότητα πως θα το απολαύσω, αφού η θεματολογία του – η ζωή ενός συγγραφέα από τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα ως την αναγνώριση και την απογοήτευση, η αγάπη για τα βιβλία και η αγάπη για τις γυναίκες, η πόλη της Νέας Υόρκης – μ’ ενδιαφέρει και με συναρπάζει, αλλά και η γραφή του Ροθ είναι πάντα εξαιρετική (όπως πολύ πρόσφατα και καθυστερημένα ανακάλυψα). Ταυτόχρονα όμως νιώθω και τον συνήθη τρόμο που μου προκαλούν όλα τα ογκώδη βιβλία, όχι επειδή φοβάμαι πως θα βαρεθώ ή δεν θα καταφέρω ποτέ να το τελειώσω γιατί θα ‘χω πολλές δουλειές, αλλά επειδή θα πρέπει για πολλές μέρες στη σειρά να καταστέλλω τις επιθυμίες μου για άλλα βιβλία, με κίνδυνο κάποιες από αυτές να μείνουν απραγματοποίητες – και ποιος ξέρει σε τι άγνωστους κόσμους μπορεί να με οδηγούσαν…
Τετάρτη. Ποιος να μου το ‘λεγε πως θα συναντούσα μέσα σε βιβλίο του Φίλιπ Ροθ, δημοσιευμένο από το 1979, μια τόσο ακριβή καταγραφή του περιεχομένου της τσάντας μου! «Ένα μεγάλο σημειωματάριο με διαγραμμισμένες σελίδες που έβγαλα από τον χαρτοφύλακά μου, έναν Bildungsromanικό χαρτοφύλακα – τεσσεράμισι κιλά βιβλία, πέντε άσημα περιοδικά και χαρτί με το παραπάνω για να γράψω ολόκληρο το πρώτο μου μυθιστόρημα αν συνέβαινε να μου έρθει η έμπνευση στον πηγαιμό ή στο γυρισμό με το λεωφορείο». Κανενός μυθιστορήματος, εννοείται, δεν κρίνεται η αξία από τέτοιες λεπτομέρειες· πολλές φορές, ωστόσο, είναι μερικές τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες, στις οποίες πέφτει το μάτι σου καθώς το ξεφυλλίζεις σ’ ένα βιβλιοπωλείο, που γίνονται η αιτία για να ξεκινήσεις την ανάγνωση ενός βιβλίου ή για να μην το αφήσεις από τα χέρια αναζητώντας κι άλλες ανάλογες.
Παρασκευή. Έφτασε έντεκα η ώρα και πέρασα όλη τη μέρα στους δρόμους, με διάφορες ευχάριστες ή ενοχλητικές υποχρεώσεις· δεν βλέπω την ώρα να πέσω πια στο κρεβάτι με το βιβλίο μου ακουμπισμένο πάνω στο στήθος και να αφήσω το μυαλό μου να χαθεί στις σελίδες του – το βιβλίο μου είναι, ακόμη, ο Ζούκερμαν δεσμώτης του Φίλιπ Ροθ και είναι, δυστυχώς, αρκετά βαρύ για τη θέση ανάγνωσης που ονειρεύομαι – κρατάω 200 περίπου σελίδες με το αριστερό μου χέρι κι άλλες 550 με το δεξί. Διάβασα, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ημέρας, κάμποσες σελίδες από αυτό ακολουθώντας κατά γράμμα (λες και την είχα ανάγκη) την πρακτική συμβουλή του Στήβεν Κινγκ: «Παίρνω ένα βιβλίο μαζί μου όπου πάω, κι εκεί βρίσκω κάθε λογής ευκαιρίες να διαβάσω. Το κόλπο είναι να μάθετε να διαβάζετε και σε μικρές δόσεις και σε μεγάλες. Οι αίθουσες αναμονής φτιάχτηκαν για τα βιβλία· φυσικά! Όπως επίσης οι προθάλαμοι των κινηματογράφων, πριν από την παράσταση, οι μακριές και βαρετές ουρές στο αεροδρόμιο και το αγαπημένο μέρος όλων, η τουαλέτα».
τι να σου γραψω που να μην περιλαμβανει μιγαδικες σειρες κ floating point αριθμητικη; ποιο κομματι απο το ημερολογιο, που εχει μονο υπενθυμισεις / μαθηματα / συνεδρια; θα σου χαρισω λοιπον λιγο Πεσοα κ θα σου ευχηθω καλο διαδικτυακο ταξιδι:
Ιδου η μοναδικη αποστολη στον κοσμο,
Η εξης: να υπαρχεις με διαυγεια
Και χωρις να χρειαζεται να το σκεφτεις.
Σ’ ευχαριστώ για την ευχή και για τον Πεσσόα, Εύα. Αν είναι όμως ν’ αρχίσουμε ν’ ανταλλάσσουμε φράσεις του Πεσσόα, θα ξημερωθούμε… Έστω όμως, θα παίξω το παιχνίδι σου.
Σημείωσε στην αρχή-αρχή του ημερολογίου σου αυτήν εδώ: “Να αναβάλλεις τα πάντα. Δεν πρέπει ποτέ να κάνεις σήμερα αυτό που μπορείς ν’ αφήσεις γι’ αύριο. Ούτε και είναι απαραίτητο να κάνεις κάτι, σήμερα ή αύριο.” και ύστερα γέμισε τα κενά ανάμεσα στις σελίδες του με στίχους. Βρες χρόνο να κάνεις ό,τι σου προτείνουν οι στίχοι αυτοί. Ζήσε την ποίηση που αγαπάς.