Γιατί γράφετε;

Ικανός μόνο γι’ αυτό (Samuel Beckett).

 

Όταν είσαι έφηβος, που ένας βαθύς αγριεμένος ωκεανός κυλάει μέσα στις φλέβες σου (όταν είσαι δηλαδή αληθινός έφηβος και όχι πρώιμο δημιούργημα των ποικίλων και αποτελεσματικών αλλοτριωτικών μηχανισμών της κοινωνίας), έρχεται κάποτε η στιγμή που αναπόφευκτα πιάνεις στο χέρι το μολύβι σου, όχι πια για να κρατήσεις βιαστικές σημειώσεις για το μάθημα που παραδίδει ο καθηγητής ούτε για να μουτζουρώσεις αφηρημένα στο ανοιχτό τετράδιο που βρίσκεται μπροστά σου ή για να γράψεις κρυφά σημειώματα στον διπλανό σου εκείνης της χρονιάς, για τίποτε τέτοιο, μα μόνο για να συντάξεις επείγουσες αναφορές για την κατάσταση του πνεύματός σου και για να ρίξεις καινούριους μαχητές στη μάχη που μαίνεται ασταμάτητα στο σώμα σου και στο μυαλό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, στους περισσότερους εφήβους δηλαδή, η λειτουργία αυτή δεν εδραιώνεται ως πάγια τακτική και η εμπόλεμη κατάσταση αντιμετωπίζεται στο εξής με τη χρήση άλλων όπλων, ενδεχομένως και πιο αποτελεσματικών. Κάποιοι όμως επιμένουν στον ίδιο δρόμο και εκλαμβάνουν ως προσωπικό τους πεπρωμένο και μοναδική τους δυνατότητα την, ευχάριστη και συγχρόνως μελαγχολική, μοίρα του Τόνιο Κρέγκερ: δόθηκε τελείως στη δύναμη που του φαινόταν σαν η σπουδαιότερη πάνω στη γη, που αισθανόταν προορισμένος να υπηρετήσει και που υποσχόταν τιμές και δόξες, στη δύναμη του πνεύματος και του λόγου.

 

Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα. Μαύρη εκδίκηση (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη) Νίκος Καρούζος.

 

Είναι η ηλικία όπου η γραφή, το γράψιμο δηλαδή, δεν είναι απλώς μια ευχάριστη απασχόληση για να μη μένουμε άεργοι, μα πραγματικό κέντρο πρώτων βοηθειών. Άμεση δράση το ποίημα, επισημαίνει ο Καρούζος. Όταν ένα κορίτσι αρνείται να χαρίσει ένα χαμόγελο στη μαύρη όραση του μελαγχολικού εφήβου ή στα χείλη του ένα φιλί, όταν η πραγματικότητα δεν στέργει να πάρει τη μορφή που αξιώνει η φαντασία των δεκαεπτά χρονών, τότε το γράψιμο έρχεται στ’ αλήθεια σαν χαρμόσυνο λάβδανο, για να μαλακώσει την πληγή. Είναι η ηλικία κατά την οποία ο έφηβος δημιουργός (που δεν αποκλείεται στην πραγματικότητα να μην είναι ηλικιακά καθόλου νεαρός) δεν είναι δυνατόν ούτε καν να διανοηθεί μια έννοια όπως ο «θάνατος του υποκειμένου» ή το «τέλος του συγγραφέα» με άλλον τρόπο παρά μόνο κυριολεκτικά, καθόσον η εκφορά της κατάλληλης λέξης είναι πραγματικό ζήτημα ζωής ή θανάτου, σωτηρίας ή καταστροφής. Είναι η ηλικία όπου τα πάντα, ο κόσμος ολόκληρος κι η ύπαρξη η ατομική του ανθρώπου, φαίνεται να εξαρτώνται από μια λέξη και από την επιτυχή ή όχι επιλογή και τοποθέτησή της μέσα σε μια σελίδα γραπτού κειμένου. Είναι επίσης η (ψυχική) ηλικία, κατά την οποία γράφουμε όχι μόνο για να προφυλάξουμε, εκ των υστέρων βέβαια, και για να σώσουμε τον εαυτό μας, μα και για να σώσουμε τον κόσμο ή, αλλιώς, για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.

 

Να γιατί γράφω. Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος (Οδυσσέας Ελύτης).

 

Come l’ uom s’ etterna. Ο Δάντης το έμαθε από τον Βιργίλιο – και το έμαθε ομολογουμένως πολύ καλά. Ο Καζαντζάκης με τη σειρά του παραδέχεται συχνά πως είναι από τον Δάντη που διδάχθηκε το μέγιστο μάθημα που ένας ποιητής μπορεί να διδάξει σε έναν άλλο, πώς ο άνθρωπος δια της γραφής γίνεται αθάνατος. Το ίδιο ενδεχομένως θα ομολογούσε και ο Μπόρχες, αν δεν το έχει κάνει κιόλας, ή ο Μπέκετ, αν ήταν πρόθυμος να μιλήσει λίγο περισσότερο για τον εαυτό του. Γιατί η γραφή έχει τη μαγική δύναμη να εκτείνεται πέραν της φυσικής ύπαρξης του ανθρώπου και να προσφέρει διάρκεια αιώνων σε ό,τι ο δημιουργός έχει για πιο πολύτιμο· και είναι τούτη η αντοχή στον χρόνο ακριβώς που για χιλιετίες αναζήτησαν οι ορδές των συγγραφέων που συνωστίζονταν (και διαγκωνίζονταν, κάποιες φορές) μπροστά στην πηγή της αθανασίας προσφέροντας το έργο που – με κόπο και με θυσίες – δημιούργησαν προκειμένου να αξιωθούν μια στάλα από τη δροσιά της. Μάταια οι περισσότεροι…

 

Το γράψιμο μόνο σα σύνθημα μπορεί να ‘χει αξία. Για ν’ ανάψει τις καρδιές, να σμίξει τις ανησυχίες, να γνωρίσει τους αδελφούς (Νίκος Καζαντζάκης). 

 

Απ’ του κήπου σου τη βρύση / δεν τους δρόσισες ποτές, συνοψίζει πικρά, αλλά αδικαιολόγητα όσο τουλάχιστον αφορά τον ίδιο, ο Νίκος Γκάτσος, ένας από τους πολλούς που τις τελευταίες δεκαετίες αρνήθηκαν να δημιουργήσουν για τους αιώνες και δόξασαν περισσότερο το εφήμερο, που συχνά εγκατέλειψαν τη γραπτή ποίηση και δημιούργησαν ή αναζήτησαν την ποίηση στα πρόσωπα των ανθρώπων, στις θαυμαστές χειρονομίες που συναντούσαν γύρω τους και στον τρόπο ζωής των ίδιων και των φίλων τους. Και παραδέχονται ότι αυτοί οι τελευταίοι, οι φίλοι κι οι αγαπημένοι τους, είναι οι σημαντικότεροι αποδέχτες των γραπτών τους και το γράψιμο, όποια κι αν είναι η αφετηρία του, είναι κυρίως άλλος ένας τρόπος επικοινωνίας με όσους και με όσα αγαπάμε. Ο Νίκος Καχτίτσης το λέει απερίφραστα: δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως τα βιβλία μου τα θεωρώ όργανα επικοινωνίας με φίλους και υποψήφιους φίλους κι είναι γι’ αυτό ενδεχομένως που οι περιβόητες επιστολές του προς τους πολλούς φίλους του δεν υπολείπονται καθόλου, σε ποιότητα και ηδύτητα, των βιβλίων του. 

 

Γράφουμε για να κάνουμε φίλους (André Breton).  

 

 

 

3 Responses

  1. Απλούστατα, εξαίσιο κείμενο! Πάντα τέτοια!

  2. Έχω μείνει άφωνη αλλά με ένα χαμόγελο φαρδύ πλατύ στα χείλη. Τα έγραψες πολύ ωραία.
    (Μια έφηβη)

  3. Χαίρομαι που σου άρεσε, Άννα. Μ’ αρέσει το χαμόγελο στα χείλη των ανθρώπων, ιδίως των εφήβων κι ακόμη περισσότερο αν το έχω προκαλέσει εγώ με κάποιον τρόπο.

Leave a Reply