Φερνάντο Πεσσόα, Marginalia αφορισμοί και αποφθέγματα, μτφ. Χάρης Βλαβιανός – Μαρία Παπαδήμα, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 2005, σελ. 64.
Μέσα στα σχεδόν 3000 χρόνια γραπτής λογοτεχνικής παραγωγής, που μετράει ήδη ο δυτικός πολιτισμός μας, είναι ζήτημα αν έχουν εμφανιστεί περισσότερες από τρεις ή τέσσερις χρονικές περίοδοι, κατά τις οποίες η ιστορία να έχει κινηθεί με τόσο γρήγορο και απρόβλεπτο βηματισμό και τόσοι ιδιοφυείς συγγραφείς να έχουν παρουσιαστεί συγχρόνως, όπως αυτό συνέβη κατά τον εικοστό αιώνα. Ο Προυστ και ο Μπόρχες, ο Τζόις και ο Μπέκετ, ο Μπάροουζ και ο Πάουντ, ο Τόμας Μαν και ο Ναμπόκοφ είναι μερικές μόνο από τις κορυφές της λογοτεχνικής ιστορίας του αιώνα αυτού· ο Φερνάντο Πεσσόα είναι άλλη μία και, όσο περνάει ο καιρός, φαίνεται πως θα ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους (χωρίς, εννοείται, να επισκιάζει κανέναν) όλο και περισσότερο. Το σύντομο βιβλίο με ποικίλους αφορισμούς και αποφθέγματα του Πεσσόα (και των πολλών ετερωνύμων του), που ανθολόγησε ο γνωστός μελετητής του Ρίτσαρντ Ζένιθ και μετέφρασαν εξαιρετικά οι Χάρης Βλαβιανός και Μαρία Παπαδήμα, αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αναγνωριστεί, άλλη μια φορά, τόσο η ιδιοφυΐα του πορτογάλου συγγραφέα όσο και η ιδιοτυπία του.
Γιατί ο Πεσσόα δεν αρκέστηκε μόνο (δεν αποκλείεται, βέβαια, και να μην μπορούσε) να δημιουργήσει ένα προσωπικό συγγραφικό ύφος, μια αναγνωρίσιμη γραφή και μια συνεκτική κοσμοθεωρία και σε αυτά να επιμείνει και να εμβαθύνει σε όλο το μάκρος του έργου του, αλλά θέλησε (και κατόρθωσε) να στήσει μόνος του μια ολόκληρη λογοτεχνία, να δημιουργήσει δηλαδή έναν ολόκληρο πνευματικό κόσμο. Φιλοδοξία και επίτευγμα που δεν εκκινούν από καμία εκκεντρικότητα και παιγνιώδη διάθεση εκ μέρους του Φερνάντο Πεσσόα (χωρίς, ωστόσο, να αποκλείονται και αυτά τα στοιχεία), αλλά εδράζονται σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και σε μια βαθιά συνειδητοποιημένη πρόθεσή του, όπως φανερώνεται και σε κείμενα της εν λόγω συλλογής: «Γίνε πολλαπλός σαν το σύμπαν!» επιτάσσει ο ποιητής και, λίγο παρακάτω, αποκαλύπτει την προσωπική του μέθοδο: «Να δίνουμε σε κάθε συγκίνηση μια προσωπικότητα, σε κάθε ψυχική κατάσταση μια ψυχή». Ωστόσο, και ο ίδιος ακόμη φαίνεται, κάποιες στιγμές τουλάχιστον, να ανησυχεί για την πολυδιάσπαση του έργου του και της προσωπικότητάς του και σημειώνει, στην αγγλική γλώσσα αυτή τη φορά: «Με καταλαμβάνει μερικές φορές ένας περίεργος φόβος για τις εμπνεύσεις μου, τις σκέψεις μου, καθώς συνειδητοποιώ πόσο μικρό μέρος του εαυτού μου είναι δικό μου». Η φόρμουλα πάντως που, τελικά, προτείνει και εφαρμόζει ο Πεσσόα, προκειμένου να υπάρξει η επισφαλής ισορροπία μεταξύ πολλαπλότητας και μοναδικότητας, όσο απλή και σαφής και αν διατυπώνεται άλλο τόσο αινιγματική και δύσκολη είναι: «Αυτό που πρέπει είναι ο καθένας να πολλαπλασιάζεται επί τον εαυτό του».
Αν, λοιπόν, η μισή αξία αυτής της συλλογής σκέψεων, στίχων και αποφθεγμάτων, άγνωστων ως επί το πλείστον στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, βρίσκεται, όπως είναι αυτονόητο, σε φράσεις που από μόνες τους δικαιολογούν απολύτως τον θαυμασμό, όπως μεταξύ πολλών άλλων: «Η φιλοσοφία είναι η διανοητική διαύγεια που φτάνει στην τρέλα» ή «Έπεσε πάνω μας η πιο μεγάλη και θανατηφόρα ξηρασία όλων των αιώνων – εκείνη της βαθιάς γνώσης της κενότητας όλων των προσπαθειών και της ματαιότητας όλων των λόγων», η άλλη μισή αξία της αναγνωρίζεται, χωρίς αμφιβολία, στη συνεκτική εικόνα του πολυπρόσωπου πορτογάλου δημιουργού που, για πρώτη φορά και απροσδόκητα, μας προσφέρεται. Μέσα από τις 216 σύντομες φράσεις, που περιέχονται στα Marginalia, ο δημιουργός του Ρικάρντο Ρέις και του Αλμπέρτο Καέιρο, του Μπερνάρντο Σοάρες και του Φερνάντο Πεσσόα αποκτάει την ξεχωριστή εκείνη όψη που, συχνά, δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε μέσα από τα υπόλοιπα βιβλία του. Έχουμε, επιτέλους, μπροστά μας έναν δημιουργό και παρακολουθούμε, εν προόδω, την αγωνιώδη πορεία του από τη μοναδικότητα στην πολλαπλότητα και πάλι πίσω.
ΥΓ: Αφορμή για την ανάρτηση της παλιάς αυτής παρουσίασης του βιβλίου στάθηκε η πληροφορία του Ναυτίλου ότι αυτό ακριβώς το βιβλίο διαβάζει αυτές τις μέρες. Ο ευφυής τίτλος προέρχεται από μια αμερικάνικη έκδοση των ποιημάτων του Πεσσόα. Η μουσική που ακουγόταν από τα ηχεία μου όσο έγραφα ήταν το Love sick του Bob Dylan.
Εγώ αδελφέ, τον έχω πασαλείψει τον Πεσσόα. Κάτι αντανακλάσεις παραληρηματικές του Ταμπούκι, τον 1ο τόμο της ανησυχίας και λίγα απόνερα του μύθου του από ξένα χείλη (και γραφίδες). Είμαι όμως σχεδόν σίγουρος πως διέκρινε τις άτακτες τρίχες μιας χωρίστρας κουνουπιού και άκουγε όπως οσφραινόταν ο ήρωας του Ζισκιντ. Παναπεί το τσαντίρι του τό χε στήσει “εκτός”. Κι ήταν μάλλον απαλλαγμένος από τους έσω θορυβους για αυτό δεν “μικροφώνιζε” η ορχήστρα. Επίσης έχω την αίσθηση πως η διάυγεια αυτής της τάξης μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν συνειδητοποιεί κανείς πόσο μικρό μέρος του εαυτού του είναι δικό του….Θα σπεύσω να το αγοράσω σε κάθε περίπτωση. Ωραία ανάρτηση όπως πάντα….
Σ’ ευχαριστώ, Φλ. Στο “βιβλίο της ανησυχίας” λέει κάπου ο Πεσσόα πως το ιδανικό γι’ αυτόν θα ήταν να ζήσει τα πάντα μέσα σ’ ένα μυθιστόρημα. Βάλθηκε λοιπόν, προκειμένου να το πετύχει αυτό, να κατασκευάζει όλα τα πρόσωπα, τις ζωές, τις χειρονομίες και τις καταστάσεις που υπήρχαν μέσα του κι έφτιαξε έτσι ένα ολόκληρο σύμπαν.
Πολύ καλά έκανες και επανέφερες την ανάρτηση σου δίνοντάς μου την ευκαιρία να απολαύσω το κείμενό σου.Όπως θα έχεις ήδη καταλάβει ,εν όψει του ταξιδιού μου ,έχω κατασκευάσει ένα φανταστικό χάρτη της Λισαβόνας ,όπου κάθε λόφος της αντιστοιχεί σε έναν λογοτέχνη της (Πεσσόα , Πιρες ,Αντούνες , Ζορζ , Κεϊρός , Σαραμάγκου και “Ταμπούκι”) και πετάγομαι από τον έναν στον άλλο κινδυνεύοντας πολλές φορές να βρεθώ ακόμη και στην Λουάντα της Αγκόλα .
Υ.Γ. Στις κορυφές του 20ου αιώνα θα έβαζα ακόμη τον Κάφκα και τον Φώκνερ.
έγραφα ανάλυση 3 , θυμάμαι – α.π.θ τρισκατάρατο μέρος ! – κείνο το πρωινό…ψιλοταράκουλο αδιαβασιάς και νύστας …πάντα δανδής μ’ ένα κουλουράκι στο χέρι, περίμενα στη στάση της γειτονιάς μου, ρίχνοντας στα κλεφτά ματιές στα απέναντι μπαλκόνια- έχω πετύχει πολλές κυρίες να ανοιγοκλείνουν ηδυπαθώς τα στόρια ή να εμψυχώνουν κάποια ασώματη γλάστρα, παραμιλητό, όχι αστεία…η περιβολή τους: ευκόλως εννοούμενη..!
το λοιπόν, το αστικούλι ήρθε…μάς μάζωξε και ώ! του θάματος, να σου μια θεσούλα ορφανή δίπλα στο ακυρωτικό μηχάνημα…μήνας σεπτέμβρης, έχει σημασία(;) θα δείξει…
στις καλές του, ανάλογα με το μπούχτισμα θάκανε κανά 20λεπτο να φτάσουμε…σάς βεβαιώνω είναι αρκετά για να συμβεί και δεύτερο θάμα…θα δείτε. είναι που μαι ντροπαλός, είναι που πιστεύω στη βασκανία, δε ξέρω, σπανίως κοιτώ τους ανθρώπους στα μάτια…τί σκατά να αξιώσεις κιόλας με την τσίμπλα στο μάτι…έ λογική η φευγαλέα θέαση…όλα πάντα πίσω απ’ το τζάμι…”συγγνώμη”…το κουδουνάκι…μια κυριούλα δίπλα μου ήθελε να σηκωθεί…παραμερίζω τον κώλο μου…φέρνει εκείνη τον δικό της φάτσα κάρτα, δε μου θύμησε τίποτα και…” ωχ ! ” σκοντάφτει, ” ανάθεμα, τί ειν’ τούτο “…” το βιβλίο σας “…” δεν ειν’ δικό μου νεαρέ “…και πώς να ήταν..; μες τη λέρα, δίχως εξώφυλλο, τσαλαπατημένο…ματιά ένα γύρο, σάμπως να έκλεβα τίποτα…και τσουπ το σηκώνω από κάτω…οπισθόφυλλο μωβ (;)…το βιβλίο της ανησυχίας…αρχίδια ανησυχία, σκέφτομαι…τράβα μαλάκα να δώσεις εμβαδά εκ περιστροφής και μετά πές μου…το συγγραφέα φυσικά τον αγνοούσα…διάβασα μια σελίδα…ύστερα δυο…ρε κάτι τρέχει λέω δω…κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε…ένα πράμα, όταν διαβάζω να μην ακούω τίποτα ρε παιδί μου…σελίδες να γυρνούν, κουδουνάκια να χτυπούν…γραμματακια να χορεύουν, κι ανάσες με το στανιό…αγιστεία στις φλέβες της πόλης κατήντησε η διαδρομή…”φτάσαμε φίλε “…αυτός ήταν ο οδηγός…θα έβγαζε το καπελάκι, θα άναβε τσιγάρο και θα πήγαινε για κατούρημα στα απώτερα του σταθμού…υπό άλλες συνθήκες, θα άρχιζα τα καντηλάκια και το οσιοβρισίδι…όλα στράφι, χαράμι το διάβασμα…μα έλα που κάτι μέσα μου μαλάκωσε…
αυτό είναι: αλλάζω γραμμή, μια πιο μοναχική γραμμή για τα κάστρα…ακυρώνω το αντίτιμο και το ταξίδι ξαναρχίζει…δειλά δειλά έβρισκα το σθένος…δειλά δειλά κοιτούσα τους γύρω στα μάτια. η ιστορία συνεχίστηκε περί τη μια βδομάδα…γωνιά δεν άφησα αταξίδευτη…ρευστός έγινα από μέλι και αίμα…χυμένες αισθήσεις, χυμένα όλα…κι ο κύρ πεσσόα : σωστός δροσουλίτης…το ίδιο βιολί λοιπόν και τι κρίμα…τελευταία διαδρομή…ούτε κουβέντα !αεροδρόμιο…μα πώς να τον μπάσω…εκεί του χρειάζεται, σίγουρα πλάι στα σύννεφα…αλλά πώς…χαχανα δυο θέσεις μπρός μου…φοιτητριούλες (; )…χα! εδώ είμαστε. σουλουπώνομαι…πάντα το βιβλιο ανά χείρας…”κορίτσια, μια τεράστια χάρη”…μου παίρνουν τα μέτρα…η μια στραβώνει το χειλάκι δυο μοίρες…” ιεχωβάς είσαι ; “…σέκος…” όχι, όχι καμιά σχέση…ταξιδεύετε βλέπω “…οι βαλίτσες βλέπεις…θα πουν ναι…θα πώ ωραία…θα τους εκθέσω το παράλογο της επιθυμίας μου…”θα το χώσεις εκεί που είναι το σακουλάκι του εμετού”…οκ θα πουν τα κορίτσια και ελπίζω να τήρησαν το λόγο τους…έκτοτε, πεσσόα δεν διάβασα…μεταφυσικής το έδεσμα που κεράστηκα γαρ…θα ρθει να με βρει αυτός…το χει ξανακάνει…και πάλι σεπτέμβρη θαρρώ…ναι ο μήνας έχει πάντα σημασία.
διπλοσέντονο με το βελονάκι, συχωράτε με…φιλια!
Θαυμάσια η ιστορία σου, Ιωάννη, σ΄ευχαριστώ πολύ. Ελπίζω τα εμβαδά εκ περιστροφής να αφήνουν χώρο για τον Πεσσόα και τους υπόλοιπους. Αν τελικά δεν έρθει μεταφυσικώ τω τρόπω ο Πεσσόα τον Σεπτέμβριο, γράψε μου τη διεύθυνσή σου να σου στείλω εγώ τα “Marginalia” ή τον “Αναρχικό τραπεζίτη” – είναι και τα δύο ό,τι πρέπει για να ξεκινήσει κανείς.
Αυτόν τον Αντούνες, ρε Αλέξη, ποτέ δεν τον συμπάθησα. Θα βάλω στη θέση του, στον έβδομο λόφο της πόλης, έναν ζωγράφο, τον Amadeo Souza Cardoso: πέθανε νέος, μα πρόλαβε, όπως και ο Πεσσόα, να εκφράσει όλες τις πρωτοπορίες του καιρού του με τον καλύτερο τρόπο. Φροντίστε να δείτε έργα του στη Λισαβόνα.
ΥΓ. Ο 20ος αιώνας χρειάζεται πολλές κορυφές για να χωρέσουν όλοι οι κορυφαίοι…
Μμμ! Ωραίοι οι Πεσσόες σας, Μπάμπη και Ιωάννη!