Birds in the night

Η γαλλική κυβέρνηση – ή μήπως ήταν η κυβέρνηση η αγγλική; – τοποθέτησε μια πλάκα

Σ’ αυτό το σπίτι, 8 Great College Street, Camden Town, Λονδίνο,

Όπου σε μια κάμαρη ο Ρεμπώ και ο Βερλαίν, ζεύγος περίεργο,

Έζησαν, ήπιαν, δούλεψαν, ασέλγησαν,

Για κάτι λίγες εβδομάδες θυελλώδεις.

Στα αποκαλυπτήρια παραβρέθηκαν αναμφιβόλως πρεσβευτής και δήμαρχος,

Όλοι όσοι στάθηκαν εχθροί του Βερλαίν και του Ρεμπώ σαν ζούσαν.

 

Το σπίτι είναι θλιβερό και φτωχικό, όπως η συνοικία,

Με τη θλίψη τη βρόμικη που πάει μ’ αυτό που ‘ναι φτωχό,

Όχι τη νεκρική θλίψη αυτού που είναι πλούσιο χωρίς ψυχή.

Όταν πέφτει το βράδυ, όπως στον δικό τους καιρό,

Πάνω στο πεζοδρόμιό του, υγρός και γκρίζος ο αγέρας, ένα οργανάκι

Παίζει, κι οι γειτόνοι, στο γυρισμό από τη δουλειά,

Χορεύουν μερικοί, οι νέοι, οι άλλοι παν στο καπηλειό.

 

Σύντομη στάθηκε η ιδιόρρυθμη φιλία του Βερλαίν του μέθυσου

Και του Ρεμπώ του αλήτη, καθώς είχανε μαλώματα μεγάλα.

Αλλά μπορούμε να σκεφτούμε πως ίσως θα υπήρξε μια στιγμή

Καλή γι’ αυτούς τους δυο, άμα τουλάχιστον καθένας τους θυμόταν

Ότι αφήσαν πίσω την ανυπόφορη μητέρα και τη σύζυγο τη βαρετή.

Όμως η ελευθερία δεν είναι αυτού του κόσμου, κι οι απελεύθεροι,

Σε ρήξη με τα πάντα, έμελλαν να την πληρώσουν σε ακριβή τιμή.

 

Ναι, έμειναν εκεί, το λέει η πλάκα, πίσω απ’ τον τοίχο,

Του πεπρωμένου τους δεσμώτες: η ανέφικτη φιλία, η πίκρα

Του χωρισμού, το σκάνδαλο κατόπι· και για τούτον

Η δίκη, τα δυο χρόνια φυλακή, εξαιτίας των ηθών του

Που κοινωνία και νόμος καταδικάζουν, σήμερα τουλάχιστο· για κείνον, μοναχός του,

Να πλανιέται απ’ τη μια γωνιά της γης στην άλλη,

Ξεφεύγοντας τον κόσμο μας και την περιβόητη προκοπή του.

 

Η σιωπή του ενός κι η αγοραία φλυαρία του άλλου

Ανταμείφτηκαν. Ο Ρεμπώ αποτίναξε το χέρι που πατούσε

Τη ζωή του· ο Βερλαίν το ασπάζεται, δεχόμενος τον κολασμό του.

Ο ένας σέρνει στο ζωνάρι το χρυσάφι που ‘χει κερδισμένο· ο άλλος

Το ασωτεύει στο αψέντι και στα γύναια. Όμως κι οι δυο,

Πρόσκομμα πάντοτε για τις Αρχές, για τους ανθρώπους

Που με τον ξένο κόπο πλουτίζουν και θριαμβεύουν.

 

Τότε ως κι η τελευταία πόρνη είχε δικαίωμα να τους βρίσει·

Σήμερα, καθώς έχει περάσει ο καιρός, και καθώς έχει πέραση στον κόσμο,

Ζωή στο περιθώριο όλων, σοδομία, κραιπάλη, χλευασμένοι στίχοι,

Πια δε μετράν γι’ αυτούς, και η Γαλλία μεταχειρίζεται τα δυο τα ονόματα και των δυονών τα έργα

Εις μείζονα δόξαν της Γαλλίας και της λογικής της τέχνης.

Οι πράξεις τους και οι κινήσεις τους σκαλίζονται, δίνοντας στο κοινό

Λεπτομέρειες μύχιες της ζωής τους. Κανένας δεν τρομάζει τώρα, ούτε διαμαρτύρεται.

«Ο Βερλαίν; Ελάτε, φίλε μου, σάτυρος, αληθινός σάτυρος

Όταν πρόκειται για τη γυναίκα· πολύ ομαλός ήταν ο άνθρωπος,

Ίδιος μ’ εσάς κι εμένα. Ο Ρεμπώ; Ειλικρινής καθολικός, όπως αποδείχτηκε.»

 

Και απαγγέλνουνε κομμάτια από το Μεθυσμένο καράβι κι από το σονέτο στα Φωνήεντα.  

Μα του Βερλαίν δεν απαγγέλνουν τίποτε, γιατί δεν είναι του συρμού

Όπως ο άλλος, που του βγάζουν πλαστά κείμενα σε έκδοση πολυτελείας.

Νεαροί ποιητές απ’ όλες τις χώρες μιλούν πολύ γι’ αυτόν στις επαρχίες τους.

 

Ν’ ακούνε τάχα οι πεθαμένοι τι λεν κατόπι οι ζωντανοί γι’ αυτούς;

Μακάρι τίποτε να μην ακούνε· πρέπει να είναι μια ανακούφιση τούτη η ατέρμονη σιωπή

Σε όποιους ζήσαν για το λόγο και πέθαναν γι’ αυτόν,

Σαν τον Ρεμπώ και τον Βερλαίν. Όμως η σιωπή εκεί κάτω δεν αποτρέπει

Εδώ την ανόσια, εγκωμιαστική παρωδία. Μια φορά κάποιος πεθύμησε

Ένα κεφάλι να ‘χε μόνο η ανθρωπότητα, για να της το ‘κοβε.

Μπορεί να υπερέβαλλε: ας ήταν μοναχά μια κατσαρίδα, και να την έλιωνε.               

 

Λουίς Θερνούδα (1902-1963)

μτφ. Νίκη Δ. Παπαθάνου

4 Responses

  1. Ένα παλίμψηστο φημών οι εποχές. Γράφουν όλοι στην πλάτη των απερχόμενων μη γνωρίζοντας πως άλλοι γράφουν στις δικές τους μελλοθάνατες πλάτες…

  2. “Με τη θλίψη τη βρόμικη που πάει μ’ αυτό που ‘ναι φτωχό,
    Όχι τη νεκρική θλίψη αυτού που είναι πλούσιο χωρίς ψυχή.”

    Έχω συναντήσει ελάχιστους έμψυχους ή ψυχωμένους. Ελάχιστους. Αλλά οι ελάχιστοι αυτοί είναι παντός εισοδήματος. Ζάπλουτοι, ημιεύποροι, φτωχοί, πένητες. Η ψυχή δεν εκποιείται ούτε εκπίπτει μόνον έναντι τριάκοντα ή τριάντα εκατομμυρίων αργυρίων. Ο φθόνος, η αναλγησία, ο πόθος, η αγνωμοσύνη, η κακία βάζουν επίσης το χεράκι τους. Απ’ την έσχατη ώς την πρώτη βαθμίδα της κλίμακας.
    “Νεκρική θλίψη” αποπνέουν τα στερεότυπα, κι ας είναι διά γραφίδος Θερνούδα.

  3. Καλημέρα, Σεσίλ. Επίτρεψέ μου να παρατηρήσω πως όταν ένα στερεότυπο βρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα χάνει κάπως τον γενικευτικό του (και αναληθή) χαρακτήρα: Μες στο ποίημα έχουμε από τη μία την έμψυχη φτώχεια των δύο ποιητών και από την άλλη τον άψυχο πλούτο αυτών (ημών των ιδίων; ) που προσπαθούν, εκ του ασφαλούς και κατόπιν εορτής, να οικειοποιηθούν ή να κοινωνήσουν τον τρόπο ζωής τους και την τέχνη τους. Αν περιορίσουμε την εμβέλεια της φράσης σε αυτό το πλαίσιο, τότε νομίζω πως ισχύει. Κατά τ’ άλλα έχεις απόλυτο δίκιο: “Ο φθόνος, η αναλγησία, ο πόθος, η αγνωμοσύνη, η κακία” κλπ κλπ ζυγίζουν πολύ περισσότερο από τον πλούτο ή τη φτώχεια κάποιου προσώπου.

  4. Γεια σου, Φλήναφε! Όπως τα λές είναι, σε αυτό το παλίμψηστο προσπαθεί ο καθένας να χαράξει βαθιά το σημάδι του, για να ‘ρθουν μετά από λίγο οι επόμενοι και να το αλλοιώσουν, αν δεν το καλύψουν τελείως, χαράζοντας το δικό τους.

Leave a Reply