Ο Άγγελος της Βιβλιοθήκης

Η συνήθειά μου να εμπιστεύομαι, κάθε πρωτοχρονιά αλλά και κάθε τόσο, τον Άγγελο της Βιβλιοθήκης για να μου υποδείξει τις απαντήσεις στα ερωτήματα που του θέτω ή που δεν του θέτω, είναι (φυσικά!) γνωστή σε όλους και σε όλες. Γι’ αυτό δεν θα επαναλάβω εδώ, με τα δικά μου λόγια, τη διαδικασία που συνήθως ακολουθώ· αντί γι’ αυτό θα αντιγράψω λίγες σειρές από ένα βιβλίο του Ευγένιου Αρανίτση, Ιψ ο τυπογράφος, Ο Ελύτης για παιδιά & ερωτευμένους, και θα ξεμπερδέψω με αυτό:

 

«Κάποια στιγμή που θα νιώσεις ευτυχισμένος, άνοιξε ένα βιβλίο του Ελύτη στην τύχη. Θα δεις πως το ποίημα όπου πέφτει το βλέμμα σου δίνει απάντηση (αν το κατανοήσεις) σε ένα σημαντικό ερώτημα που σ’ απασχολεί εκείνες τις μέρες. Το παράξενο αυτό φαινόμενο ονομάζεται Άγγελος Της Βιβλιοθήκης, και το παρατήρησαν πρώτοι, στα δικά τους βιβλία, οι αρχαίοι Κινέζοι.»

 

[Δυο παρατηρήσεις μόνο και συνεχίζω: Πρώτον, δεν χρειάζεται να είσαι ευτυχισμένος για να συμβουλευτείς τον Άγγελο της Βιβλιοθήκης (το αντίθετο, θα έλεγα) και, δεύτερον, το φαινόμενο παρουσιάζεται και λειτουργεί και με άλλα βιβλία πλην των ποιητικών βιβλίων του Οδυσσέα Ελύτη – με οποιοδήποτε βιβλίο στην πραγματικότητα: στη Μανία με την Άνοιξη, για παράδειγμα, του Άρη Μαραγκόπουλου δύο ηρωίδες του μυθιστορήματος χρησιμοποιούν γι’ αυτόν τον σκοπό την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα του Μαρξ – ποιος να το ‘λεγε…]

 

Φέτος την πρωτοχρονιά πάντως, όταν προσέτρεξα, κατά το ειωθός, στον Άγγελο της Βιβλιοθήκης μου, ήμουν ευτυχισμένος. Για πρώτη φορά, αν θυμάμαι καλά, ήμασταν στην αλλαγή του χρόνου μόνοι στο σπίτι, εγώ, η Ράνια, ο Νικόλας και η Άννα: γευθήκαμε εκλεκτά εδέσματα και ήπιαμε εξαίσια ποτά, ακούσαμε υπέροχη μουσική, ο Άγιος Βασίλης έφερε, για άλλη μια φορά, ευπρόσδεκτα δώρα – αν και φέτος φέρθηκε κάπως ριψοκίνδυνα παίρνοντας κάποιες τολμηρές πρωτοβουλίες: μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή Kodak για τον Νικόλα και ένα μεταλλικό κουτί με κάρτες Pokemon για την Άννα και άλλα για τους άλλους. Και αφού όλα έγιναν σωστά και σύμφωνα με το αυστηρό πρωτόκολλο της ημέρας, κατευθύνθηκα προς τη βιβλιοθήκη μου προκειμένου, πριν πέσω κι εγώ στο κρεβάτι, να πάρω γραμμή για τη χρονιά που μόλις είχε ξεκινήσει.   

 

Το πρώτο βιβλίο που έπιασα στο χέρι μου ήταν τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου (μτφ. Σωτήρης Χαλικιάς, εκδ. Ίνδικτος)· λόγω όμως της εκπεφρασμένης μου δυσκολίας να προσεγγίσω και να αποδεχθώ την Ανατολική σκέψη δίστασα να εμπιστευθώ την τύχη μου αποκλειστικά στον σοφό Κινέζο δάσκαλο και κατέβασα, καλού-κακού, ένα ακόμη βιβλίο από το ράφι, το Χρησμολόγιο και Τέχνη της Φρόνησης του Μπαλτάσαρ Γκρασιάν (1601-1658). Πρώτον, πάντως, άνοιξα τον Κομφούκιο στην τυχαία σελίδα 145:      

 

«Είπε ο Διδάσκαλος: Να θυσιάζεις σε άλλα πνεύματα απ’ αυτά των προγόνων σου, είναι αυθάδεια· να βλέπεις το δίκαιο και να μην κάνεις τίποτα, είναι δειλία

 

Διάβασα δυο-τρεις φορές τη σύντομη παραίνεση του σοφού Διδασκάλου και έβαλα πάλι το βιβλίο στη θέση του. Δεν άνοιξα τον μεγάλο Ισπανό (σημείωσα όμως τη σελίδα 145 του βιβλίου για ενδεχόμενη μελλοντική χρήση), δεν χρειαζόταν. Ο Κομφούκιος μού είχε δείξει τον δρόμο. Δεν είχα παρά να τον ακολουθήσω.

 

Να θυσιάζεις σε άλλα πνεύματα απ’ αυτά των προγόνων σου, είναι αυθάδεια, έλεγα από μέσα μου καθώς έπλενα τα δόντια μου και κατευθυνόμουν προς το κρεβάτι. Ποιοι είναι όμως οι πρόγονοι που, τη χρονιά που πέρασε, λησμόνησα να λατρέψω; Το πρώτο όνομα που έλαμψε στον νου μου ήταν εκείνο του André Breton (ακολούθησαν κι άλλα, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Allen Ginsberg, μα δεν συνέχισα άλλο· ο Μπρετόν φτάνει για μια ολόκληρη ζωή).

 

Ανοίγω λοιπόν ένα από τα βιβλία του μεγάλου υπερρεαλιστή, όπως προτίθεμαι να κάνω καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς, και αντιγράφω λίγες γραμμές από κει προς γνώση και συμμόρφωση, όπως επίσης προτίθεμαι να κάνω καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς – το βιβλίο τιτλοφορείται Αρκάνα 17:      

 

«Τίποτα δεν θα με εμποδίσει να επιμένω να βλέπω στον έρωτα την αληθινή πανάκεια, όσο κι αν τον έχουν πολεμήσει, καταγγείλει και ειρωνευτεί για θρησκευτικούς και άλλος σκοπούς. Αν παραμερίσουμε κάθε απατηλή και ανυποστήρικτη ιδέα σωτηρίας, ακριβώς μέσα απ’ τον έρωτα και μόνο μέσα απ’ αυτόν πραγματοποιείται στον υψηλότερο βαθμό η σύντηξη της υπάρξεως και της ουσίας, αυτός μόνο κατορθώνει να τις συμφιλιώσει πανηγυρικά, σε πλήρη αρμονία και χωρίς διφορούμενα, αυτές τις δύο έννοιες, ενώ έξω απ’ αυτόν παραμένουν μονίμως ανήσυχες και εχθρικές. Μιλώ φυσικά για τον έρωτα που παίρνει όλη την εξουσία, που κρατάει όσο κι η ζωή, που δεν δέχεται βέβαια να αναγνωρίσει το αντικείμενό του παρά μόνο σε ένα μοναδικό ον. Σ’ αυτό το θέμα η εμπειρία, ακόμη κι όταν ήταν αντίθετη, δεν με δίδαξε τίποτα. Όσο για μένα αυτή η θέση είναι πάντα  τόσο δυνατή κι έχω συνείδηση ότι δεν θα την αρνιόμουνα παρά μόνο θυσιάζοντας ό,τι με κάνει να ζω.»

 

Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο· η συνέχεια της φράσης του Κομφούκιου, να βλέπεις το δίκαιο και να μην κάνεις τίποτα, είναι δειλία, είναι καλύτερο, νομίζω, να παραμείνει ασχολίαστη εδώ – μέλλει να δοκιμαστεί στο πεδίο της καθημερινής ζωής.

 

Καλή χρονιά!  

5 Responses

  1. Τέλειο!!! Το πρώτο και καλύτερο κείμενο που διαβάζουμε για τη χρονιά που ξεκινάει!! Να’ σαι καλά Μπάμπη με τα ωραία σου!!

  2. Ευχαριστώ πολύ, φίλε ναυτίλε. Ελπίζω η χρονιά να μας πάει καλά.

    Ευτυχώς η αντίφαση της φράσης σου (“πρώτο που διαβάζουμε και καλύτερο”) μειώνει κάπως την υπερβολή της φιλοφρόνησης και δεν θίγεται έτσι η σεμνότητα του χαρακτήρος μου.

    “Μην είσαι τόσο ταπεινόφρων. Δεν είσαι δα και τόσο σημαντικός”, ακούγεται το σχόλιο της τρίτης γυναίκας που εκλέχτηκε πρωθυπουργός παγκοσμίως.

  3. “…Μιλώ φυσικά για τον έρωτα που παίρνει όλη την εξουσία, που κρατάει όσο κι η ζωή, που δεν δέχεται βέβαια να αναγνωρίσει το αντικείμενό του παρά μόνο σε ένα μοναδικό ον..”
    Αν δεν είναι ουτοπία, που μακάρι να μην είναι…
    Και εξαίρεση να είναι.. τουλάχιστον κάπου, κάποτε υπήρξε .. θα υπάρξει. Δεν είναι ίσως αυτό το θέμα. Αυτός ο έρωτας είναι στέρηση ελευθερίας και γι αυτό μπορεί να σταθεί σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Γιατί όταν ο άνθρωπος είναι πραγματικά ελεύθερος δεν έχει σταθερό σημέίο αναφοράς. Δεν έχει “φόβους, ελπίδες” όνειρα, παρά μόνο επιθυμίες. Χωρίς λογοκρισία εσωτερική και εξωτερική. Ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος δε μπορεί να ανήκει σε έναν μόνο άνθρωπο. Γιατί και η ελευθερία έχει το τίμημά της. Κι αν υπάρχουν πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι είναι συνθηκολογημένοι. Γιατί δε γεννήθηκαν ελεύθεροι, αλλά έγιναν. Μπόρεσαν να γίνουν. Ο Μακιαβέλι είχε πει πως αν θέλεις να αποφύγεις την κολακεία από τον άνθρωπο, κάνε τον να νιώσει τόσο ελεύθερος ώστε να μπορεί να σου πει ό,τι σκέφτεται… μόνο που τότε θα έχεις χάσει το σεβασμό του. Ακόμα λοιπόν και στον Μεγάλο Έρωτα, δε γίνεται να υπάρξει ελευθερία. Γιατί τότε δε θα υπάρχει και σεβασμός. Το ωραιότερο τίμημα για την απώλεια της ελευθερίας. Ω!

  4. Vili, ζητώ συγγνώμη αν καθυστέρησα να απαντήσω στο σχόλιό σου, δεν ήταν επειδή δεν το βρήκα ενδιαφέρον, αλλά, αντιθέτως, γιατί με έβαλε σε σκέψεις. Καταρχάς, νομίζω πως ο ελεύθερος άνθρωπος όπως τον περιγράφεις, “χωρίς σταθερό σημείο αναφοράς, χωρίς φόβους, ελπίδες, όνειρα”, δεν μπορεί να υπάρξει – ακόμη όμως και αν υπάρξει, θα είναι πιθανότατα μια ελεύθερη μηχανή ή ένα ελεύθερο τέρας και όχι άνθρωπος.
    Ο έρωτας όμως για τον οποίο μιλάει ο Μπρετόν (και ο οποίος αποτελεί και δικό μου ιδανικό, ακόμη και αν η πραγματικότητα στήνει διαρκώς εμπόδια στον δρόμο για την κατάκτησή του), ο απόλυτος αυτός έρωτας νοείται εξ ορισμού ως αμοιβαίος και μόνο ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να τον βιώσουν (άνθρωποι όμως “ανθρωπίνως” ελεύθεροι, όχι αυτού του είδους που περιγράφεις). Τη στιγμή που για έναν απ’ τους δύο ο έρωτας αυτός μετατρέπεται σε φυλακή ή σε άχθος, παύει και να υπάρχει.

  5. Περιέγραψα τον ελεύθερο άνθρωπο με αυτόν τον τρόπο όχι για να υμνήσω την ελευθερία αυτού του είδους (που είναι όντως τερατώδης, όπως πολύ σωστά είπατε…), αλλά γιατί εξ΄ορισμού αυτό είναι ελευθερία. Απόλυτη, ανόρια.
    Η κοινωνικά ορισμένη ελευθερία είναι αυτή που υπάγεται σε κανόνες. Οι ρητοί, οι θεσμοθετημένοι προασπίζουν την ελευθερία “του άλλου”. Τους δεχόμαστε, τους σεβόμαστε, υποκλινόμαστε. Οι άρρητοι, αυτοί κάνουν μεγάλη ζημιά..
    “Σ’ αυτό το θέμα η εμπειρία, ακόμη κι όταν ήταν αντίθετη, δεν με δίδαξε τίποτα”.
    Εξ’ ορισμού και πάλι, επιτρέψατέ μου να πω ότι…
    Ο απόλυτος έρωτας δε μπορεί να ζήσει τη στιγμή που παύει να υπάρχει.
    “Σ’ αυτό το θέμα η εμπειρία, ακόμη κι όταν ήταν αντίθετη, δεν με δίδαξε τίποτα”.

Leave a Reply