Η ανάγνωση του Σαίξπηρ και του Χέλντερλιν αποτελεί προετοιμασία για την ανάγνωσή τους

Υπάρχουν, σύμφωνα με μια διαδεδομένη αντίληψη την οποία εγώ είχα πρωτοσυναντήσει κατά την εφηβική μου ηλικία (τότε που είχα διαβάσει σχεδόν μονομιάς όλα τα έργα του Νίκου Καζαντζάκη), δύο τρόποι να ζει κανείς τη ζωή του: ο ένας μάς προτρέπει να ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι, ενώ ο άλλος μάς συμβουλεύει να ζούμε σαν να πρόκειται να πεθάνουμε αύριο. Το ίδιο σχήμα μπορεί να εφαρμοστεί και στην ανάγνωση βιβλίων· υπάρχουν δύο ειδών αναγνώστες: αυτοί που διαβάζουν σαν να πρόκειται να ζήσουν για πάντα και, επομένως, αργά ή γρήγορα θα διαβάσουν όλα τα βιβλία που επιθυμούν να διαβάσουν και εκείνοι που διαβάζουν σαν να πρόκειται να πεθάνουν την επομένη.

 

Οι περισσότεροι αναγνώστες ανήκουν, νομίζω, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, στη δεύτερη κατηγορία – τα βιβλία είναι τόσα πολλά που, κι αν ακόμη δεν πεθάνουν οι ίδιοι αύριο, αποκλείεται να κατορθώσουν να διαβάσουν όσα απ’ αυτά θα ήθελαν. Κι εδώ πάλι μπορούμε να διακρίνουμε δύο αντιδράσεις: οι περισσότεροι φανατικοί αναγνώστες (σε τέτοιους μόνο έχουν κάποιο νόημα αυτές οι διακρίσεις) ρίχνονται με τα μούτρα στο διάβασμα προκειμένου να προλάβουν να διαβάσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό σελίδων και βιβλίων. Οι άλλοι, που είναι οι λιγότεροι, γνωρίζοντας πως όσα κι αν διαβάσουν θα είναι ελάχιστα συγκρινόμενα με τον πλούτο της παγκόσμιας Βιβλιοθήκης, προτιμούν να διαβάσουν προσεκτικά λίγα βιβλία παρά βιαστικά κι επιπόλαια (ή, απλώς, λιγότερο προσεκτικά) πολλά· καλύτερα πέντε φορές Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν ή το Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας του Νίκου Καρούζου παρά πέντε λιγότερο αριστουργηματικά βιβλία.      

 

Οι αναγνώστες της πρώτης, σύμφωνα με τον διαχωρισμό μας, κατηγορίας, όσοι δηλαδή διαβάζουν σαν να είναι αθάνατοι κι έχουν, συνεπώς, όλον τον χρόνο μπροστά τους, τείνουν να διαβάζουν αργά και ηδονικά, προσεκτικά και στοχαστικά. Καλύτερα, υποστηρίζουν, τριάντα μέρες για Το μαγικό βουνό παρά τρία βιβλία στο ίδιο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτούς ισχύει απολύτως η εξαίσια φράση του George Steiner, η οποία υπήρξε η αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις: «Η ανάγνωση του Σαίξπηρ και του Χέλντερλιν αποτελεί, κυριολεκτικά, προετοιμασία για την ανάγνωσή τους». Που σημαίνει ότι διαβάζουμε τον Άμλετ σημειώνοντας νοερά ποια σημεία του θα διαβάσουμε προσεκτικότερα την επόμενη φορά και ποια σημεία του θα διαβάσουμε με διαφορετικό τρόπο κατά τη δεύτερη ανάγνωση· και διαβάζουμε τα Σονέτα ή τον Ιούλιο Καίσαρα για να αξιοποιήσουμε τη γνώση τους όταν θα ξαναδιαβάσουμε τον Άμλετ – γιατί έχουμε όλον τον καιρό στη διάθεσή μας. Ή, σε άλλη περίπτωση, διαβάζουμε ενδιαμέσως και τρία-τέσσερα αστυνομικά στη σειρά ή δυο-τρία μυθιστορήματα τελευταίας κοπής, γιατί πάντα υπάρχει χρόνος για τους κλασικούς.

 

Τέτοιος αναγνώστης είμαι κι εγώ συνήθως. Το βασικό μου αναγνωστικό πρόγραμμα (σπανίως καταγεγραμμένο μα διαρκώς παρόν σε κάποιο σημείο του μυαλού μου) προβλέπει την προσεκτική ανάγνωση των βασικών κλασικών βιβλίων, και μάλιστα περισσότερες από μία φορές, και ό,τι άλλο παρεμβάλλεται δεν αποτελεί παρά ένα διάλειμμα (επωφελές και απολαυστικό τις περισσότερες φορές και, αρκετά συχνά, μακράς διαρκείας) στο κεντρικό μου πλάνο.

 

Μπορεί σ’ έναν χρόνο να διαβάσω, φερ’ ειπείν, εκατό βιβλία· το νήμα, όμως, που θα συνδέει τις αναγνώσεις μου, το γεγονός, θέλω να πω, που θα δίνει τον κυρίαρχο τόνο στο αναγνωστικό μου έτος, θα είναι τα πέντε έργα του Σαίξπηρ που διάβασα κατά τη διάρκεια της χρονιάς ή η δεύτερη ανάγνωση του Ταξιδιού στην άκρη της νύχτας ή των Ιστοριών του Ηροδότου που μπορεί να έκανα φέτος. 

 

Αντιγράφω άλλη μια φορά τη φράση του Steiner που αποτέλεσε το έναυσμα για όσα προηγήθηκαν, «Η ανάγνωση του Σαίξπηρ και του Χέλντερλιν αποτελεί, κυριολεκτικά, προετοιμασία για την ανάγνωσή τους», και ομολογώ, τελειώνοντας, ότι εντελώς άλλα πράγματα είχα στον νου μου να γράψω με αφορμή αυτήν και αλλού με οδήγησε τελικά η γραφή (και η παράλληλη ενασχόλησή μου με το διάβασμα των παιδιών). Ας είναι.

2 σχόλια

  1. Μπάμπη φυσικά και ανήκω στην πρώτη κατηγορία .Εδώ και χρόνια έχω συνειδητοποιήσει την αθανασία μου . Άλλωστε με τόσα αριστουργηματικά βιβλία γύρω μου δεν μπορεί παρά να την έχω εξασφαλίσει . Έτσι λοιπόν δε βιάζομαι , όλα θα τα διαβάσω … και πολλά απ’ αυτά από και δυο και τρεις φορές …

  2. Νομίζω ότι οι περισσότεροι γνήσιοι βιβλιόφιλοι ανήκουν σε μια μικτή κατηγορία. Διαβάζουν δηλαδή και 2 και 3 φορές τα κλασικά αριστουργήματα, αλλά παράλληλα διψούν και για το καινούριο, το αλλιώτικο, ψάχνουν ίσως να βρουν κάτι νέο που θα τους συναρπάσει όπως το “Μαγικό βουνο” (Παρεμπιπτόντως, το έχω διαβάσει μόνο δυο φορές).

Υποβολή απάντησης