Διαβάζω, και αντιγράφω κι εδώ μέσα, μια φράση που βρήκα τις προάλλες στα Collectanea (εκδ. Δόμος) του Ζήσιμου Λορεντζάτου – το βιβλίο που αποτελεί το βασικό μου ανάγνωσμα εδώ και δέκα περίπου μέρες και θα είναι, πιθανότατα, το σταθερό μου ανάγνωσμα και για όλη την υπόλοιπη χρονιά:
«Ο Μαρξ λέει: “Il ne s’agit pas de comprendre le monde, mais de le changer”. Ο Φλωμπέρ λέει: “L’ humanité est ainsi, il ne s’agit pas de la changer, mais de la connaître” (και συμφωνάει μαζί του και ο Θουκυδίδης). Διάλεξε και πάρε.» Ο ένας υποστηρίζει δηλαδή πως το ζήτημα δεν είναι να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο κόσμος, αλλά να τον αλλάξουμε και ο άλλος, ο Γάλλος, λέει πως αυτή είναι η ανθρωπότητα και το θέμα δεν είναι να την αλλάξεις, αλλά να την καταλάβεις.
Αν εξαιρέσουμε την κρίσιμη διαφορά στους όρους που χρησιμοποιούν οι δύο συγγραφείς και την οποία ο Λορεντζάτος σκόπιμα την παραβλέπει (εκεί που ο ένας μιλάει για τον κόσμο ο άλλος αναφέρει την ανθρωπότητα), το κεντρικό ζήτημα στις δύο αυτές στάσεις ζωής είναι η έννοια της αλλαγής. Ενώ δηλαδή στον επαναστάτη Μαρξ κυριαρχεί το πρόταγμα τής με κάθε μέσο αλλαγής του κόσμου, στον ρεαλιστή Φλωμπέρ υπερισχύει η έννοια της κατανόησης.
Στόχο και των δύο συγγραφέων αποτελούν, ως γνωστόν, οι αστοί – μόνο που στη σκέψη του Μαρξ τα κριτήρια είναι πολιτικά και οι αστοί αποτελούν μια καθορισμένη κοινωνική τάξη, ενώ στη σκέψη του Φλωμπέρ τα κριτήρια είναι αισθητικά και ηθικά και οι αστοί είναι μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων που χαρακτηρίζονται από παρόμοια σκέψη και συμπεριφορά ανεξαρτήτως της οικονομικής τους βάσης. Αυτούς τους αστούς προσπαθεί να κατανοήσει ο Φλωμπέρ με την πρόθεση άλλοτε να ξεσκεπάσει τη μετριότητα και τη βλακεία τους, όπως κάνει στο Λεξικό των κοινών τόπων και στο Μπουβάρ και Πεκισέ, και άλλοτε να τους ταράξει και να τους ταρακουνήσει.
Παρόμοια με αυτή την τελευταία φιλοδοξία – το épater les bourgeois, καθώς το λένε – είναι, συχνά, και η φιλοδοξία ενός ακόμη γάλλου συγγραφέα, του Αρθούρου Ρεμπώ. Καθόλου παράδοξο, αφού, όπως σημειώνει ο Ραούλ Βανεγκέμ, «αρχικά κάθε τι νέο που κυοφορείται φέρει τα διακριτικά της άρνησης της αστικής τάξης, του ωφελιμιστικού, του λειτουργικού. Δεν υπήρχε καλλιτέχνης, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, που να μη θεμελίωσε το έργο του στην περιφρόνηση των αστικών αξιών και της εμπορευματικής αξίας (αυτό δεν τον εμπόδιζε βέβαια να φέρεται σαν αστός και να παίρνει λεφτά απ’ όπου τύχαινε – ας δούμε τον Φλωμπέρ)».
Στον Ρεμπώ όμως συναντάμε επίσης και μια τρίτη στάση ζωής ανάλογη εκείνης του Μαρξ και του Φλωμπέρ: εκεί που ο πρώτος αγωνίζεται ν’ μεταμορφώσει τον κόσμο και ο δεύτερος επιθυμεί να κατανοήσει την ανθρωπότητα, ο Αρθούρος Ρεμπώ δηλώνει πως ονειρεύεται να αλλάξει τη ζωή, changer la vie. Ζητάει δηλαδή να μεταβάλει τη ζωή που ο ίδιος ζει θεωρώντας αυτή τη μέθοδο ως την καλύτερη τακτική για την παράλληλη ή επακόλουθη μεταμόρφωση και των άλλων δύο παραμέτρων της πραγματικότητας που συναντήσαμε, της κατάστασης του κόσμου και του επιπέδου της ανθρωπότητας.
Οι υπερρεαλιστές θέλησαν κάποτε, κοντεύει ένας αιώνας σχεδόν από τότε, να συνδυάσουν και να πραγματώσουν το διπλό επαναστατικό πρόταγμα του Μαρξ και του Ρεμπώ: «Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, ν’ αλλάξουμε τη ζωή». Δεν απέτυχαν ούτε όμως και τα κατάφεραν όπως ακριβώς ονειρεύτηκαν· κατόρθωσαν όμως κάτι άλλο, ν’ αλλάξουν τη ζωή όποιου ήρθε σε βαθιά επαφή με τη σκέψη και τη δράση τους.
Τέτοια φαίνεται να είναι, σε τελική ανάλυση, και η πρόθεση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη – γιατί όλο αυτό το name dropping που προηγήθηκε αυτόν είχε για αφορμή και σε αυτόν στόχευε ευθύς εξαρχής να καταλήξει. Διαβάζοντας συγκεκριμένα τα ποιήματα της δεύτερης, όπως θα την ορίζαμε, ποιητικής περιόδου του Μπαμπασάκη, που περιλαμβάνει τα βιβλία Paris, Παρίσι και Ω! καθώς και μερικά ακόμη ποιήματα που έχουν τον τελευταίο καιρό εμφανιστεί στο διαδίκτυο, βλέπουμε ότι η κύρια έγνοια του συγγραφέα είναι να δώσει ευανάγνωστη γραπτή μορφή και να παρουσιάσει έναν τρόπο ζωής που για χρόνια δοκιμάζεται στα σκληρά κράσπεδα της πραγματικότητας.
Τη μεταμόρφωση, σαν να λέμε, τόσο της δικής του όσο και της ζωής του αναγνώστη του, φαίνεται να επιχειρεί και ο Μπαμπασάκης στην ποίησή του των τελευταίων χρόνων. Γιατί όποιο κι αν είναι το θέμα της, μοιάζει να είναι πάντα αφιερωμένη στη διάνοιξη ενός προσωπικού δρόμου προς την αληθινή ζωή, στην περιχάραξη ενός προσωπικού χώρου δημιουργικής βίωσης της ζωής, στην περιγραφή ενός προσωπικού τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς και στην προπαγάνδιση ενός προσωπικού ύφους, που το υποκείμενο αυτών των ποιημάτων έχει κατορθώσει να κατακτήσει.
Αυτό που σπανίως μόνο αφήνεται να δειχτεί είναι οι ενδεχόμενες απώλειες και οι αβαρίες, το αναπόφευκτο κόστος και οι θυσίες που ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί. Αυτό που αντιθέτως συχνά συναντάμε είναι οι φίλοι και οι σύντροφοι που εμφανίζονται σύμμαχοι στον διαρκή αγώνα του ποιητικού υποκειμένου για πραγμάτωση αυτού του τρόπου ζωής και έκφρασης στην καθημερινότητα, με ακραίο δείγμα το μακρύ ποίημα Ω! που δεν είναι παρά η περιγραφή μιας συνεχούς μονομαχίας του ερωτευμένου ζευγαριού απ’ τη μια μεριά με τον απειλητικό κόσμο των αστών (που λέγαμε και προηγουμένως) απ’ την άλλη.
«Μπορούμε να πούμε ότι είναι πολύ σπάνιοι οι άνθρωποι που φτιάχνουν τη ζωή τους, το μικρό αυτό κομμάτι της ζωής τους όπου τους έχουν παραχωρηθεί κάποιες δυνατότητες επιλογής, σε συμφωνία με τα συναισθήματα και τα πιστεύω τους. Είναι καλό να είσαι φανατικός, σε ορισμένα θέματα», έγραφε ο Γκυ Ντεμπόρ στο Potlatch πριν από πενήντα χρόνια και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Μπαμπασάκης θα προσυπέγραφε τη δήλωση ευχαρίστως.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ποίησης αποτελεί το ποίημα Των Φώτων που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού για την ποίηση poema. Ένα ποίημα το οποίο μιμείται με καλόβουλο ειρωνικό τρόπο τον αστικό προγραμματισμό των «υποχρεώσεων» μιας ημέρας, όπου όμως μεταξύ των εργασιών που περιγράφονται είναι η ανάγνωση της βιογραφίας του Τζον Κασαβέτη και η ακρόαση εκλεκτής μουσικής, το άπλωμα της μπουγάδας και το τάισμα της γάτας, η τακτοποίηση του σπιτιού και η συνάντηση με την Αγαπημένη – μια πλήρης αντιστροφή δηλαδή της συνήθους τυραννίας του καθημερινού.
«… κι αργότερα
τρυφερά τη γάτα να ταΐσω
στη μάνα μου
που έχει σήμερα γενέθλια
μ’ αγάπη ναν τηλεφωνήσω,
κι έπειτα
τα τριήμερα σκουπίδια
χωλαίνοντας ναν κατεβάσω
το μυαλό μου που γέμισε ασφυχτικά
ν’ αδειάσω…»
δεν πρέπει όμως πρώτα να καταλάβεις κάτι, για να αποφασίσεις αν θα προσπαθήσεις το αλλάξεις;
Εννοείται, Εύα (καλημέρα και χρόνια πολλά). Το ζήτημα όμως είναι αν θα κάνεις το επόμενο βήμα (προς την αλλαγή) ή θα μείνεις μόνο στην περιγραφή και στην κατανόηση.