Έσπρωξα στην άκρη ό,τι άλλο είχα πάνω στο γραφείο μου κι άνοιξα διάπλατα τα χαρτιά μου και τα βιβλία μου – έξι βιβλία δηλαδή και δυο σελίδες όλες κι όλες κομμένες από το σημειωματάριό μου – και στρώθηκα από χθες το πρωί να γράψω εκείνες τις πέντε αράδες που ήθελα να γράψω για τον Μισέλ Ουελμπέκ. Τα έξι του βιβλία τα διάβασα, χωρίς διάλειμμα το ένα μετά το άλλο, τον προηγούμενο μήνα κι αφού άφησα να περάσουν λίγες μέρες για να κατακαθίσουν οι σκέψεις και οι εντυπώσεις μέσα μου, είμαι έτοιμος να πιάσω δουλειά μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Που σημαίνει δηλαδή να ξαναπιάσω τα βιβλία στα χέρια μου, να τα ξεφυλλίσω προσεκτικά διαβάζοντας όσες φράσεις έχω υπογραμμίσει ή έχω με κάποιον τρόπο σημαδέψει στις σελίδες τους και να αντιγράψω κατόπιν στο οικείο έγγραφο του word όποιες απ’ αυτές νομίζω πως θα μου σταθούν χρήσιμες στη μελέτη μου. Κι ύστερα να ξεκινήσω το γράψιμο χωρίς να χρειαστεί πιθανότατα να ξανακατεβάσω από το ράφι της βιβλιοθήκης μου τα βιβλία του γάλλου συγγραφέα.
Επειδή όμως ο κόσμος, όσο εγώ ασχολούμαι με τον Ουελμπέκ και τον σεξουαλικό του φιλελευθερισμό, συνεχίζει παραδόξως να γυρίζει, η διαδικασία της συγγραφής – ανεξάρτητα μάλιστα από το τελικό της αποτέλεσμα – μπορεί και να τραβήξει σε μάκρος· πράγμα που σημαίνει ότι παράλληλα με αυτήν όλο και κάποιο άλλο βιβλίο θα τύχει ν’ ανοίξω για να διαβάσω, αν όχι στη διάρκεια της μέρας, σίγουρα όμως το βράδυ πριν κοιμηθώ. Τι διαβάζει όμως κανείς όταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας (προτίθεται να) έχει στον νου του, εκτός από τις χιλιάδες άλλες σκέψεις με τις οποίες φορτώνει η καθημερινότητα το μυαλό του ανθρώπου, και τον Μισέλ Ουελμπέκ από πάνω;
Η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν να ξεκινήσω να διαβάζω κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό για το οποίο θα έγραφα: τη βιογραφία του Μπάροουζ, φερ’ ειπείν, γραμμένη από τον Μπάρρυ Μάιλς, «Ουίλιαμ Μπάροουζ El Hombre Invisible» και το μυθιστόρημα που έγραψε ο Μπάροουζ μαζί με τον Κέρουακ, «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» ή ίσως «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου» του Κωστή Παλαμά, στο οποίο βιβλίο θα βρω νομίζω κάποιο είδος αφήγησης της αναγνωστικής διαδρομής του ποιητή – όχι βέβαια ένα ακόμη ημερολόγιο ανάγνωσης αλλά κάτι ενδεχομένως παρεμφερές. Φοβήθηκα όμως ότι θα παρασυρθώ σε άλλες γοητευτικές ατραπούς και θ’ απομακρυνθώ από τη σκέψη του Ουελμπέκ κι εγκατέλειψα έτσι αυτά μου τα σχέδια.
Στράφηκα κατόπιν σε βιβλία που θεώρησα ότι χωρίς να είναι του ίδιου του Ουελμπέκ δεν θα με τραβούσαν μακριά από την περιοχή των ενδιαφερόντων, της στάσης ή των τρόπων του. Ο Καμί και ο Σαρτρ τού χωρίς νόημα κόσμου και της υπαρξιακής κόπωσης είναι, από μιαν άποψη, τέτοιοι συγγραφείς· ο Σελίν και ο Μπέρνχαρντ τού πεσιμισμού, της οργής και της φαινομενικής μισανθρωπίας επίσης· ο Σοπενχάουερ και ο Φρόιντ τής αθλιότητας της ζωής και της πρωτοκαθεδρίας της σεξουαλικότητας, παρομοίως. Σε αυτόν τον τελευταίο είναι που κατέληξα τελικά, στο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας».
Γράφει, ας πούμε, ο Φρόιντ εκεί: «Η ζωή, όπως μας έχει δοθεί, είναι πολύ δύσκολη για μας, μας φέρνει τόσους πολλούς πόνους, απογοητεύσεις και άλυτα προβλήματα. Για να την υποφέρουμε, δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από καταπραϋντικά μέσα», για να διευκρινίζει παρακάτω: «Μια από τις μορφές εμφάνισης της αγάπης, η σεξουαλική αγάπη, μας έχει προσφέρει το ισχυρότερο βίωμα μιας εξαίσιας αίσθησης της ηδονής και έτσι μας έχει δώσει το πρότυπο για την επιδίωξη της ευτυχίας. Τι είναι πιο φυσικό από την επιμονή μας να αναζητήσουμε την ευτυχίας στον ίδιο δρόμο που την πρωτοσυναντήσαμε;». Κι ο Ουελμπέκ από την πλευρά του: «Ο θεός που ευθύνεται για τη δυστυχία μας, που μας έκανε θνητούς, αλαζόνες και σκληρούς, προέβλεψε αντίστοιχα αυτή τη μορφή μερικής αποζημίωσης. Αν δεν υπήρχε στη ζωή, μια στις τόσες, λιγάκι σεξ, τι θα μας απέμενε; Ένας ανώφελος αγώνας ενάντια στα αρθριτικά, ενάντια στη δημιουργία τερηδόνας».
Για τον Φρόιντ, όμως, γενικά και ειδικά, αύριο.
4ο teaser κι ακόμα περιμένουμε τον Ουελμπέκ, το κύμα της λαϊκής δυσαρέσκειας γιγαντώνεται, πόσο θ’ αντέξει το αδηφάγο κοινό?
Αγαπητό μου κοινό, αναλαμβάνω πλήρη την πολιτική ευθύνη για όσα μου καταλογίζονται, δηλώνω όμως με τον πιο κατηγορηματικό και επίσημο τρόπο ότι δεν πρόκειται να υποκύψω σε εκβιαστικά ψευτοδιλήμματα του τύπου: “Ουελμπέκ ή Φρόιντ”…