Εορταστικό τριήμερο στη Ναύπακτο

Δεν ήθελα να πάρω τον Φρόιντ μαζί μου στη Ναύπακτο. «Κάποια βιβλία είναι για να δοκιμάζονται, άλλα για να καταπίνονται, και λίγα για να μασώνται και να αφομοιώνονται· δηλαδή, μερικά βιβλία είναι για να διαβάζονται μόνον αποσπασματικά· άλλα για να διαβάζονται, αλλά όχι πολύ προσεκτικά· και λίγα για να διαβάζονται ολόκληρα, και μάλιστα με επιμέλεια και προσοχή», συνιστά ο Φράνσις Μπέικον σ’ ένα από τα δοκίμιά του. Τα βιβλία του Φρόιντ ανήκουν, χωρίς αμφιβολία, σε αυτή την τελευταία κατηγορία – γιατί κάποια βιβλία, όπως και να το κάνουμε, δεν διαβάζονται παρά μόνο στο γραφείο με το μολύβι στο χέρι και το σημειωματάριο ανοιχτό στο πλάι· κι όχι στην παραλία της Ναυπάκτου. 

Σήκωσα, λοιπόν, πριν ξεκινήσουμε, το βλέμμα προς το ράφι με τ’ αδιάβαστα βιβλία (ένα ράφι που δεν υπάρχει παρά μόνο στο μυαλό μου, γιατί, στην πραγματικότητα, ολόκληρη η βιβλιοθήκη μου δεν είναι παρά ένα επικίνδυνο ναρκοπέδιο από τυπωμένο χαρτί όπου εκεί που αμέριμνος βαδίζει ο αναγνώστης ανάμεσα στους γνώριμους και διαβασμένους τόμους σκάει ξαφνικά κάτω απ’ τα πόδια του ένας Μπρετόν αδιάβαστος ή ένας Πεντζίκης με άκοπες ακόμη τις σελίδες του και του τινάζει όλα τα σχέδια στον αέρα), σε αυτό ακριβώς το ράφι άπλωσα το χέρι μου και κατέβασα τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη: εβδομήντα ανεξάρτητες μικρές ιστορίες, δυο-τρεις σελίδες η καθεμία, πολλά πρόσωπα, πολλοί τόποι, πολλές καταστάσεις, πολλά καταπιεσμένα πάθη – ό,τι πρέπει για την περίσταση. Δεν θέλω, ωστόσο, να γράψω γι’ αυτό σήμερα· δεν πρόλαβα, εξάλλου, να διαβάσω παρά μόνο τις δέκα εννέα από τις εβδομήντα ιστορίες κατά τη διάρκεια του σύντομου αυτού εορταστικού τριημέρου του Αγίου Πνεύματος.

Επιστρέφοντας, όμως, χθες το απόγευμα από τη Ναύπακτο και λίγο προτού να φτάσουμε στο Ξυλόκαστρο, αφήσαμε τη λεγόμενη «Εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών» και συνεχίσαμε τη διαδρομή μας προς την Αθήνα παίρνοντας τον δρόμο που διασχίζει τα παραθαλάσσια χωριά του Κορινθιακού κόλπου και πραγματοποιώντας έτσι ένα σύντομο πέρασμα από ορισμένους σταθμούς της λογοτεχνίας μας γεωγραφίας.

Συναντήσαμε, λοιπόν, πρώτα τη Συκιά, όπου υπάρχει ακόμα (ή, τουλάχιστον, υπήρχε πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όταν μου το είχανε δείξει) το σπίτι στο οποίο έζησε τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα ο Άγγελος Σικελιανός. Λίγο πιο πάνω είδαμε την ταμπέλα για το Θαλερό, το χωρίο στο οποίο αναφέρεται ο Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημά του. Και, τέλος, συναντήσαμε και το Θροφαρί, το χωριό από το οποίο στέλνει τα εξαίσια ποιήματά του (και τα πεζά του, υποθέτω) ο Αργύρης Χιόνης. Ακόμη και το Κούτσι είδαμε, αλλά κρίναμε πως δεν πρέπει να έχεις σχέση με τον Τζ. Μ., τον συγγραφέα της «Ατίμωσης» και του «Περιμένοντας τους βαρβάρους» και προσπεράσαμε.

Τι πιο φυσικό, μετά από αυτά κι αφού είχαμε πια γυρίσει στο σπίτι και βάλει για ύπνο τα παιδιά, απ’ το να πάρω στο κρεβάτι τον δεύτερο τόμο του «Λυρικού Βίου» (3 Νοεμβρίου 1988, έχω γράψει στην πρώτη λευκή σελίδα) και να τον ανοίξω στη σελίδα 119 για να διαβάσω το «Θαλερό» και να συνεχίσω ύστερα με τα υπόλοιπα ποιήματα του Σικελιανού που αγαπάω: «Γιάννης Κητς», «Γιατί βαθιά μου δόξασα», «Ύμνος του μεγάλου Νόστου», «Το πρωτοβρόχι», «Στον Ακροκόρινθο»· αυτά και ξανά το «Θαλερό».

There are no comments on this post

Leave a Reply