Το «Θαλερό», ένα από τα δικαίως γνωστότερα ποιήματα του Σικελιανού, γράφτηκε το 1914, όταν ο ποιητής έμενε στη Συκιά, τρία χιλιόμετρα πιο κάτω από το χωριό Θαλερό, από το οποίο πήρε τον τίτλο του και τον εν λόγω ποίημα. Από τη Συκιά, άλλοτε μόνος του, άλλοτε με την Εύα και τον γιο τους Γλαύκο κι άλλοτε με μεγάλη παρέα, συνήθιζε ο ποιητής να περπατάει ως το Θαλερό – μια απ’ αυτές τις εκδρομές του αφηγείται το εξαίσιο αυτό ποίημα. Είναι μάλιστα ένα από τα ελάχιστα ποιήματα του Άγγελου Σικελιανού από τα οποία απουσιάζει οποιαδήποτε μυθική, ιστορική ή χριστιανική αναφορά.
Αυτό που αποτυπώνεται στο ποίημα είναι η άμεση επικοινωνία του ποιητή με τη φύση, η σωματική του μέθεξη με τα στοιχεία όλα που αποτελούν τον αισθητό κόσμο – τα φυτά, τα πουλιά, τον ήλιο και το φεγγάρι, τα ζώα και τη ζέστη της ατμόσφαιρας, το νερό και το φαγητό, το νεαρό κορίτσι, το κρασί και τον ύπνο. Κι ενώ από τους στίχους του ποιήματος απουσιάζει οποιαδήποτε υπερβατική ή μυστικιστική αναφορά, εν τούτοις ό,τι τελικά περιγράφεται είναι μια θεία εμπειρία, είναι η βίωση μιας σχεδόν μυστικής κατάστασης. Το πέρασμα του ποιητή από τον φυσικό χώρο που περιγράφει και η συνάντησή του με το νεαρό κορίτσι που τον φιλεύει και τον φιλοξενεί δεν διαφέρει σε ένταση και ύψος απ’ το πέρασμα του Δάντη από τον επίγειο παράδεισο και τη συνάντησή του με τη Βεατρίκη.
Παρομοίως διαβάζει το ποίημα και ο Νάσος Βαγενάς, ο οποίος σε ένα παλαιότερο άρθρο του για τη συνομιλία της ποιητικής γενιάς του ’30 με τον Άγγελο Σικελιανό αναφέρεται και στην επιρροή του συγκεκριμένου αυτού ποιήματος σε τρεις μεγάλους μας ποιητές, τον Σεφέρη, τον Εμπειρίκο και τον Ρίτσο. Αντιγράφω ολόκληρη τη σχετική παράγραφο. Γράφει ο Βαγενάς:
«Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συνομιλία των τριών ποιητών με εκείνο το ποίημα του Σικελιανού που εκφράζει καιριότερα και διαυγέστερα αυτό που περιέγραψα ως βίωση μιας ουράνιας εμπειρίας με επίγειους όρους. Αναφέρομαι στο «Θαλερό», χωρίς το οποίο το «Hampstead» του Σεφέρη (1931), η «Ανάμνηση» του Ρίτσου (1935) και το «Ανδρος – Υδρούσα» του Εμπειρίκου (1958) δεν θα είχαν γραφεί (ή θα είχαν γραφεί διαφορετικά). Και τα τρία ποιήματα προβάλλουν τις εικόνες τους πάνω στις εικόνες του «Θαλερού» εκφράζοντας είτε τη θλίψη για την αδυναμία ενός βόρειου τοπίου να προσφέρει ένα αίσθημα ανάλογο με εκείνο του ποιήματος του Σικελιανού (Σεφέρης), είτε την αγαλλίαση από την επαφή με ένα τοπίο παρόμοιο με εκείνο του «Θαλερού» (Εμπειρίκος), είτε την ευδαιμονία από την αναπόληση μιας τέτοιας αγαλλίασης (Ρίτσος). Και τα τρία ποιήματα είναι γραμμένα με τους στιχουργικούς τρόπους του Σικελιανού: το «Hampstead» και το «Ανδρος – Υδρούσα» πάνω στα χνάρια του ελεύθερου στίχου του Σικελιανού (το δεύτερο στην πεζόμορφη εκδοχή του περιέχει και έναν στίχο από το «Θαλερό»)· το ποίημα του Ρίτσου που είναι και αφιερωμένο στον Σικελιανό πάνω σε μια παραλλαγή του στροφικού σχήματος του «Θαλερού». Στην ψυχή και των τριών ποιημάτων «τρίζουν και ηχούν βοερά πτερά μεγάλου αρχαγγέλου» («Ανδρος – Υδρούσα»).»
Ο Θεόδωρος Ξύδης, ένας από τους παλαιότερους και συστηματικούς μελετητές του έργου του Άγγελου Σικελιανού, αναφέρει στο βιβλίο που έχει αφιερώσει στον ποιητή μια πολύ χαρακτηριστική πληροφορία σχετική με το ποίημα και το χωριό Θαλερό: σύμφωνα λοιπόν με αυτόν, το χωριό αρχικά λεγόταν Θολερό και ήταν ύστερα από την παρότρυνση του ποιητή, «Εδώ τίποτα δεν είναι θολό. Όλα θάλλουν. Όχι λοιπόν Θολερό, αλλά Θαλερό», που το κοινοτικό συμβούλιο του χωριού αποφάσισε να του αλλάξει την ονομασία. Ο Θεόδωρος Ξύδης σώζει επίσης το όνομα και την ιστορία της «αρχοντοθυγατέρας» που αναφέρεται στο ποίημα. Στην ιστοσελίδα του νομού Κορινθίας, ωστόσο, όπου σχολιάζεται δια μακρών το εν λόγω ποίημα, η πρώτη πληροφορία για το όνομα του χωριού, αποσιωπάται πλήρως, ενώ η ταυτότητα της κοπέλας εμφανίζεται εντελώς διαφορετική: άλλο όνομα και άλλη βιογραφία.
«Εγώ δε οφείλω λέγειν τα λεγόμενα», καθώς λέει ο Ηρόδοτος, «πείθεσθαί γε μεν ου παντάπασι οφείλω, και μοι τούτο το έπος εχέτω ες πάντα λόγον». Η αλήθεια των γεγονότων, όπως και να ‘χει, λίγη σημασία έχει· είναι ώρα πια να διαβάσουμε το ποίημα ή και να τ’ ακούσουμε από τη φωνή του Νάσου Δετζώρτζη (κατά προτίμηση) ή του Μιχάλη Γκανά:
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας
μες σε διπλή γαλήνη.
Βαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά-πλατιά τη σκάλα,
σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε
στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων’ απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι…
Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ‘να από τ’ άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
ξεκόβαν το βουνίσο.
Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια.
Και κάτου απ’ την κληματαριά την άγουρη μ’ επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του Aποσπερίτη…
Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπού ‘χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα·
που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ’ αμάλαγα,
χώριζ’ ολόρτη η ρώγα·
που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει’ η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.
Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π’ αγανάχτησε
στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας,
μια σφήνα μες στα μάτια.
Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
γευόμουν απ’ το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο…
Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
στα δέντρα ν’ αμολήσει.
Κι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
και διάφανο το χώμα
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
μ’ αδρό, γαλήνιο σώμα.
Εκεί μ’ ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
νύχτια δροσιά τα θάμνα…
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
ν’ αναπαυτεί λιγάκι
πά’ σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι…
Θάλλεις, Μπάμπη μου, θάλλεις…
Σ’ ευχαριστώ, Αλέξη. Έχω αγοράσει και Wii και ποδήλατο και κρατιέμαι σε φόρμα…