Το γεγονός ότι έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο τού Σίγκμουντ Φρόιντ (και περισσότερα από εκατόν πενήντα από τη γέννησή του) και ακόμη συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο – όπως είναι αξιοθαύμαστο, αν το καλοσκεφτούμε, και το γεγονός της αντοχής στον χρόνο οποιουδήποτε ανθρώπινου έργου. Αν υπολογίσουμε μάλιστα ότι στην περίπτωση του Φρόιντ δεν πρόκειται για ένα λογοτεχνικό έργο, αλλά για μια θεραπευτική θεωρία και πρακτική (πολλαπλώς, μάλιστα, αναθεωρημένη και, εν πολλοίς, ξεπερασμένη) το παράδοξο της αναγνωστικής του αντοχής γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.
Ξαναδιαβάζοντας αυτές τις μέρες ένα από τα βιβλία του, το περίφημο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», και ξεφυλλίζοντας με αυτή την αφορμή μερικά ακόμα δικά του και άλλων, κατέληξα σε τρεις κύριους παράγοντες της δύναμης του φροϋδικού συγγραφικού έργου.
Καταρχάς πρόκειται για έναν χωρίς αμφιβολία μείζονα συγγραφέα: η κομψότητα, η σαφήνεια και η ακρίβεια του ύφους του, η πίστη του στην εγκυρότητα των ανακαλύψεων και των θεωριών του και η θέρμη με την οποία εκθέτει και αναπτύσσει την απόλυτα λογική επιχειρηματολογία του κάνουν την ανάγνωση των θεωρητικών του έργων μια πραγματικά απολαυστική και πολλαπλώς διδακτική εμπειρία – ανεξάρτητα, μάλιστα, αν είναι ποτέ δυνατόν κάτι τέτοιο, από το περιεχόμενο του εκάστοτε βιβλίου του. Προσωπικά τον τοποθετώ στην ίδια θέση με τον Μονταίνι και τον Σοπενχάουερ, τους δύο μεγαλύτερους στυλίστες του θεωρητικού λόγου που έχω διαβάσει (ο Νίτσε ακολουθεί).
Ο Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος έχει αφιερώσει στον «Δυτικό Κανόνα» του ένα μεγάλο κεφάλαιο στον βιεννέζο ιδρυτή της ψυχαναλυτικής θεωρίας, φαίνεται να συμφωνεί απολύτως με αυτή την εκτίμηση. «Το πραγματικό επίτευγμα του Φρόιντ», γράφει ο Μπλουμ, «είναι το μεγαλείο του ως συγγραφέα. Ως θεραπευτική πρακτική, η ψυχανάλυση πεθαίνει, μπορεί να είναι κιόλας νεκρή: η επιβίωσή της στον Κανόνα θα πρέπει να βασίζεται σ’ αυτά που έγραψε ο Φρόιντ» (οι περισσότερες, ωστόσο, από τις σελίδες που έχει αφιερώσει στον Φρόιντ δεν αναφέρονται τόσο στο συγγραφικό του έργο, στο ύφος της γραφής του ή στη θεωρία του αλλά στο “άγχος της επίδρασης” του Σαίξπηρ που κατά την άποψή του ταλάνιζε τον μεγάλο ψυχαναλυτή!).
Ο δεύτερος παράγοντας που ερμηνεύει την αντοχή του έργου του Φρόιντ στον χρόνο είναι, έχω την εντύπωση, η αδιαμφισβήτητη επίδραση που είχε η θεωρία του στην κοσμοαντίληψη του σύγχρονου ανθρώπου, μια επίδραση που ελάχιστα έχει ατονήσει στο μεταξύ διάστημα και έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής μας ευαισθησίας. Όπως αναφέρει ο ψυχολόγος Έρνεστ Αντρέ Γκέλνερ «η ψυχανάλυση έχει γίνει η κύρια διάλεκτος για τη διερεύνηση της ανθρώπινης προσωπικότητας και των ανθρωπίνων σχέσεων». Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα έχει αφομοιώσει σε τέτοιο βαθμό τη χαρτογράφηση της ανθρώπινης ψυχής που πρότεινε ο Φρόιντ, καθώς και τις άλλες υποθέσεις και τα διδάγματα της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ώστε δεν νομίζω να μπορεί να αντικρίσει, να βιώσει ή να ερμηνεύσει οποιαδήποτε κατάσταση ή συναίσθημα χωρίς την παρεμβολή και τη μεσολάβησή της.
Η ψυχανάλυση, εξάλλου, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ έχει σημειώσει, είναι μία από τις τρεις μεγάλες προσβολές που δέχτηκε ο ανθρώπινος ναρκισσισμός, ο ανθρώπινος ψυχισμός στο σύνολό του, στη σύγχρονη εποχή και τις οποίες δεν τις έχει ξεπεράσει ακόμη. Πρώτη χρονολογικά εμφανίστηκε η κοσμολογική θεωρία του Κοπέρνικου, ο οποίος έβγαλε τη γη από το κέντρο του σύμπαντος. Ακολούθησε η βιολογική προσβολή που κατάφερε ο Δαρβίνος στον άνθρωπο αφαιρώντας του την προνομιούχα θέση που θεωρούσε πως κατέχει στη δημιουργία. Η ψυχαναλυτική θεωρία υπήρξε το τρίτο πλήγμα που δέχτηκε ο ναρκισσισμός μας, καθώς ο Φρόιντ μας έδειξε πόσο μικρό είναι το κομμάτι του ψυχισμού μας που γνωρίζουμε και ελέγχουμε και πόσο λίγο εξαρτάται από εμάς τους ίδιους η συμπεριφορά και η ψυχολογική μας κατάσταση.
[Αν σε αυτά προσθέσουμε τη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας και τις εξελίξεις στη φυσική επιστήμη (και στη βιολογία) που γνώρισε ο εικοστός αιώνας, θα έχουμε μια πλήρη εικόνα των αντιλήψεων που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος για τον κόσμο και τον εαυτό του.]
Κι όμως. Μπορεί η γεωγραφία του ανθρώπινου ψυχισμού να περιγράφεται από την, πεσιμιστική κατά βάση, θεωρία του Φρόιντ ως ένα θέατρο αντιμαχόμενων δυνάμεων, το μεγαλύτερο ποσοστό από τις οποίες διαφεύγει, μάλιστα, από την κατανόηση και τον έλεγχο του ίδιου του ανθρώπου, ο τελικός στόχος ωστόσο που θέτει η ψυχανάλυση δεν είναι άλλος από την ελευθερία του υποκειμένου. Αυτός ακριβώς είναι και ο τρίτος παράγοντας που εξηγεί την αντοχή του φροϋδικού έργου στο πέρασμα του χρόνου: η ψυχαναλυτική θεραπεία στοχεύει, μέσω της ψυχικής ενδοσκόπησης στην οποία καλεί τους ανθρώπους, στην κατά το δυνατόν πληρέστερη κατανόηση του Εγώ, δηλαδή στην αυτογνωσία που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει τελικά στην απελευθέρωση του ανθρώπου από εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις καταπίεσης.
Έτσι ερμηνεύεται, εξάλλου, και η στροφή του Φρόιντ, κατά την τελευταία περίπου δεκαετία της ζωής του, προς τη μελέτη κοινωνικών θεμάτων και πολιτιστικών προβλημάτων. Όπως αναφέρει και ο μελετητής του έργου και της ζωής του βιεννέζου ψυχαναλυτή, ο Οκτάβ Μαννονί, «τη θεωρία του ο Φρόιντ δεν την έβλεπε παρά ως ένα μέσο που θα επέτρεπε στον άνθρωπο να απελευθερωθεί από τις απαγορεύσεις και τα ταμπού που του επέβαλλε ο πολιτισμός». Προς αυτή την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένα τα έργα του «Το μέλλον μιας αυταπάτης», στο οποίο αναλύει την απατηλή παρηγοριά και ευτυχία που προσφέρει η θρησκεία, καθώς και το λίγο μεταγενέστερο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», όπου πραγματεύεται τη δυσφορία που προκαλεί η πρόοδος του πολιτισμού στον άνθρωπο (τίτλος πρωτοτύπου: «Η δυσφορία στον πολιτισμό»).
Αντιγράφω λίγες σειρές απ’ αυτό το τελευταίο, ως δείγμα των συναρπαστικών ανθρωπολογικών και κοινωνιολογικών προβληματισμών του Φρόιντ και του απαράμιλλου συγγραφικού του ύφους:
«Φαίνεται βέβαιο πως δεν αισθανόμαστε ευχάριστα μέσα στον σημερινό μας πολιτισμό· είναι όμως πολύ δύσκολο να αποφανθούμε αν και κατά πόσο οι άνθρωποι προηγούμενων εποχών αισθάνονταν πιο ευτυχισμένοι και σε ποιον βαθμό συνέβαλλαν σε αυτό οι πολιτισμικές συνθήκες. Θα έχουμε πάντα την τάση να εννοούμε την αθλιότητα αντικειμενικά, δηλαδή να μεταφερόμαστε με τις απαιτήσεις μας και τις δεκτικότητές μας σε εκείνες τις συνθήκες και μετά να εξετάζουμε ποιες αιτίες για αισθήσεις ευτυχίας και δυστυχίας βρήκαμε σε αυτές. Αυτός ο τρόπος παρατήρησης, που φαίνεται αντικειμενικός, επειδή παραβλέπει τις παραλλαγές της υποκειμενικής ευαισθησίας, είναι φυσικά ο υποκειμενικότερος που μπορεί να υπάρχει, γιατί στη θέση όλων των άλλων άγνωστων ψυχικών καταστάσεων τοποθετεί τη δική μας. Η ευτυχία όμως είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό.»