Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους

Όταν έγραφα εδώ μέσα για το «Θαλερό» του Σικελιανού, διάβαζα τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (και σκόπευα να διαβάσω στη συνέχεια λίγο Παλαμά)· όταν κατόπιν έγραφα για τον Φρόιντ, είχα ήδη διαβάσει το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» και βρισκόμουν στο δεύτερο κεφάλαιο της βιογραφίας του Μπάροουζ, της οποίας την ανάγνωση διέκοψα χθες το απόγευμα (ευρισκόμενος στο έβδομο κεφάλαιο πια) για να διαβάσω, εμβόλιμα, τη συναρπαστική μελέτη της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Η γένεση των πατέρων – Ο Σικελιανός ως διάδοχος των εθνικών ποιητών» και να ξανακατεβάσω από το ράφι τους τόμους του «Λυρικού βίου».

Κι ενώ ετοιμάζομαι να γράψω δυο κουβέντες, ακόμη, για την ποίηση του Άγγελου Σικελιανού και να συνεχίσω, παράλληλα, το διάβασμα της βιογραφίας του Ουίλιαμ Μπάροουζ, βρίσκομαι για άλλη μια φορά, ευχάριστα μπερδεμένος, μπροστά στα σταυροδρόμια του αναγνωστικού λαβύρινθου που ανοίγονται μπροστά μου. Χθες, φερ’ ειπείν, το πρωί μαζί με τις κυριακάτικες εφημερίδες αγόρασα, αίφνης, και τα «Πεζά» του Μιλτιάδη Μαλακάση κι έχω τώρα εδώ δίπλα μου, μαζί μ’ όλα τ’ άλλα, κι αυτόν τον τόμο των 460 σελίδων· κατάσταση που μου θυμίζει το πρώτο ποίημα από τη συλλογή του Θάνου Σταθόπουλου «Η ιστορία της μουσικής»:

«Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ‘μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπίρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη».

Το μεσημέρι έφυγα νωρίς από τη δουλειά και βαρέθηκα να γυρίσω στο σπίτι αφού μετά από μία-μιάμιση ώρα θα ήμουν πάλι στους δρόμους για να παραλάβω τα παιδιά που θα γύριζαν από τη θάλασσα. Έτσι κάθισα σε μια καφετέρια και ήπια δυο μπύρες Bud διαβάζοντας τη μελέτη της Βογιατζόγλου για τον Σικελιανό και σημειώνοντας ιδέες προς επεξεργασία (μια λίστα με ελληνικά χαμένα βιβλία, κατά το πρότυπο του Stuart Kelly περί του οποίου θα μιλήσουμε εν ευθέτω χρόνω, μια ιστορία υπό μορφήν πολλαπλών sms στην οποία θα χρησιμοποιείται το ψευδώνυμο Horny Bee κλπ). Η όλη κατάσταση μού έφερε στον νου εκείνη την ώρα το όνομα του Ηλία Λάγιου κι επιστρέφοντας αργότερα στο σπίτι τοποθέτησα ανάμεσα στη μισοδιαβασμένη βιογραφία του Μπάροουζ και στα νεόκοπα πεζά του Μαλακάση τον ογκώδη τόμο των εκδόσεων Ίκαρος με τα ποιήματα του Ηλία Λάγιου. Όχι όμως πριν ανοίξω κάποια σελίδα του στην τύχη και – έκπληκτος – διαβάσω ό,τι κι εγώ κάνω περίπου εδώ πέρα:

«6 Μαρτίου: Πρωί τώρα. Διαβάζω Σικελιανό. Το δωμάτιο γύρω μου διάφανο σαν κρύσταλλο, μια υποψία από άρωμα τσαγιού. Ευχαριστώ τον Μεγάλο Αδιάφορο για τις ολίγες τούτες ώρες: την υπόκωφη, μαλακή τέρψη, τη βιαστική χαρά, την αποστήθιση του βίου.»

Και στη διπλανή σελίδα, 527:

«8 Μαρτίου. Τα πράγματα σφίγγουν. Ζορίζεται ο καιρός, ο καιρός ζορίζει. Την έχω ανάγκη τούτη τη σπουδή. Ταπεινή χειροπρακτική εργασία – ως μέθοδος σωφρονισμού. Για να περιχαράξω και να προστατεύσω την ιδιώτευσή μου, την ιδιωτεία μου.»  

6 Responses

  1. Σε ζηλεύω! Κι ας κάνω κι εγώ τα ίδια, με άλλα βιβλία εννοείται (γι’ αυτό κι η ζήλεια).
    Λίστα με ελληνικά χαμένα βιβλία;;; Τι εννοείς;

  2. Αμοιβαίο το συναίσθημα της ζήλειας, φίλε μου Αλέξη.

    Όσο για τα χαμένα βιβλία, αναφέρομαι στο έξυπνο βιβλίο του Stuart Kelly με τίτλο “Το βιβλίο των χαμένων βιβλίων” το οποίο μόλις κυκλοφόρησε και αναφέρεται σε έργα που ποτέ δεν θα διαβάσουμε είτε γιατί χάθηκαν οριστικά (όπως οι περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες) είτε γιατί οι συγγραφείς τους τα σχεδιάσαν αλλά δεν τα έγραψαν ποτέ ή τα άφησαν ημιτελή ή τα κατέστρεψαν οι ίδιοι. Επειδή ο Βρετανός συγγραφέας δεν αναφέρει σύγχρονα ελληνικά έργα, σκέφτηκα να θυμηθώ εγώ μερικά – εν καιρώ όμως…

  3. Χάθηκα …ευχαριστώ! :)

  4. Desmar, μου πήρε καναδυό μέρες, αλλά σε βρήκα – δεν είχες χαθεί αρκετά καλά. Εγώ σ’ ευχαριστώ.

  5. παράλληλες αναγνώσεις,
    παρένθετα, αντικριστά, λαθραία
    ηδονικές συν-πτώσεις

  6. Μια χαρά το περιγράφεις, Δημήτρη. Να ‘σαι καλά.

Leave a Reply