Φεύγει ο συγγραφέας-φάντασμα ή Ο Φίλιπ Ροθ κι εγώ

Σεπτεμβρίου 9, 2009 - 15 Responses

«Χάθηκε! Κάναμε λάθος που, παρά την τόση μεγαλοπρέπειά του, εμείς του αντιταχθήκαμε με βία· γιατί είναι άυλο, άτρωτο σαν τον αγέρα και τα μάταια χτυπήματά μας ήτανε παρωδία φοβέρας.» Σαίξπηρ, Άμλετ

Το καλύτερο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, απ’ όσα έχω εγώ διαβάσει τουλάχιστον, θεωρώ πως είναι το «Αμερικάνικο ειδύλλιο», το σύγχρονο έργο που περισσότερο από τα περισσότερα σύγχρονα έργα πλησιάζει την έννοια της τραγωδίας, αφού κάθε ατομική και συλλογική τραγωδία της εποχής μας δεν μπορεί παρά να σχετίζεται, με κάποιον τρόπο, με τη διάψευση των προσδοκιών, με την αποτυχία και την απογοήτευση· είτε πρόκειται για τις προσδοκίες που κάθε άνθρωπος, κάθε νέος άνθρωπος ιδίως, τρέφει για τη ζωή του και τον εαυτό του είτε για τις ελπίδες στις οποίες στήριξε την ανάπτυξη και την εξέλιξή του ο δυτικός πολιτισμός τους δύο τελευταίους αιώνες. Το «Αμερικάνικο ειδύλλιο» είναι εξάλλου το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ όπου το ατομικό και το συλλογικό πεπρωμένο κατεξοχήν συνδέονται.  

Όσο όμως και αν θαυμάζω τη σύλληψη και την ανάπτυξη, τη σκέψη και τη γραφή αυτού του μυθιστορήματος, δεν είναι το πιο αγαπημένο μου απ’ όλα. Αφού οι λόγοι που μας ωθούν να αγαπήσουμε ένα βιβλίο δεν έχουν να κάνουν πάντα και αποκλειστικά με την αξία του έργου και, σίγουρα, δεν συμπίπτουν πάντα με τους λόγους για τους οποίους άλλοι αναγνώστες μπορεί να αγαπάνε το ίδιο βιβλίο. Το πιο αγαπημένο μου από τα βιβλία του Ροθ είναι ο «Ζούκερμαν Δεσμώτης» – μια τριλογία και ο επίλογός της, στην πραγματικότητα δηλαδή τέσσερα μυθιστορήματα στη συσκευασία του ενός, 770 χορταστικές σελίδες. Είναι κάποιες λεπτομέρειες που με έκαναν να πιάσω στα χέρια μου το βιβλίο αυτό και να το διαβάσω ως το τέλος με αμείωτη απόλαυση, όπως ο ακόλουθος διάλογος των δύο αδελφών Ζούκερμαν που επιβεβαίωνε γλαφυρά την ιδέα μου για τον δανεισμό βιβλίων:  

 

«Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ;»

«Όχι», αποκρίθηκε ο Ζούκερμαν, στον οποίο η Κάρολ πάντα φαινόταν όμορφη, αλλά βαρετή, «δεν ξέρω».

«Δεν ήτανε επειδή έβαλε τα κλάματα. Δεν ήτανε επειδή τα φτιάξαμε και της χάρισα την καρφίτσα μου και μετά αρραβωνιαστήκαμε και της χάρισα το δαχτυλίδι. Δεν ήταν καν επειδή αυτό περιμένανε να κάνουμε οι γονείς ολονών… Της δάνεισα ένα βιβλίο. Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά.»

Ή τα ακόλουθα αποσπάσματα που με μεγάλη ακρίβεια περιγράφουν το μεν ένα το περιεχόμενο και της δικής μου τσάντας, και μάλιστα όχι μόνο όταν ταξιδεύω, και το άλλο τον τρόπο με τον οποίο κι εγώ διαβάζω, αν όχι τα περιοδικά ακόμα, σίγουρα πάντως κάθε είδους βιβλία.

Το πρώτο: «Ένα μεγάλο σημειωματάριο με διαγραμμισμένες σελίδες που έβγαλα από τον χαρτοφύλακά μου, έναν Bildungsromanικό χαρτοφύλακα – τεσσεράμισι κιλά βιβλία, πέντε άσημα περιοδικά και χαρτί με το παραπάνω για να γράψω ολόκληρο το πρώτο μου μυθιστόρημα αν συνέβαινε να μου έρθει η έμπνευση στον πηγαιμό ή στο γυρισμό με το λεωφορείο».

Και το δεύτερο: «Φυσικά, πάντοτε διάβαζα βιβλία με μια πένα στο χέρι, αλλά τώρα ανακαλύπτω ότι αν δεν το κάνω, ακόμη κι αν διαβάζω περιοδικά, η προσοχή μου δεν επικεντρώνεται σ’ αυτό που έχω μπροστά μου.»

Κι αυτό, για τον τρόπο που κάποια βιβλία μας συνεπαίρνουν: «Την τρίτη φορά που διάβασε το βιβλίο απ’ την αρχή ως το τέλος ήταν το ίδιο βράδυ, γυρίζοντας στο Στόκμπριτζ. Θα ξαναδιάβαζε, άραγε, ποτέ της κάποιο άλλο βιβλίο; Πώς, αν δεν μπορούσε να σταματήσει να διαβάζει αυτό εδώ;» 

Κανενός μυθιστορήματος, εννοείται, (το έχω ξαναπεί αυτό εδώ μέσα με τα ίδια ακριβώς λόγια) δεν κρίνεται η αξία από τέτοιες λεπτομέρειες· πολλές φορές, ωστόσο, είναι μερικές τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες, στις οποίες πέφτει το μάτι σου καθώς το ξεφυλλίζεις σ’ ένα βιβλιοπωλείο, που γίνονται η αιτία για να ξεκινήσεις την ανάγνωση ενός βιβλίου ή για να μην το αφήσεις από τα χέρια αναζητώντας κι άλλες παρόμοιες. Για να βρεις τελικά έναν ολόκληρο κόσμο μέσα του, ίδιο και συγχρόνως αλλιώτικο απ’ αυτόν που ήδη ζεις και που μπορεί να χρειαστείς πολλά χρόνια για να τον περπατήσεις απ’ άκρη σ’ άκρη – γι’ αυτό εξάλλου επιστρέφουμε στα ίδια αγαπημένα μας βιβλία, για να ξαναβρεθούμε στα ίδια μέρη που έχουμε γνωρίσει και αγαπήσει και για να συνεχίσουμε την εξερεύνηση από κει που την είχαμε αφήσει.

Ο ίδιος ο Φίλιπ Ροθ έχει επιστρέψει πολλές φορές στο ίδιο αυτό βιβλίο, μια που σε διάστημα μιας τριακονταετίας έχει αναπτύξει και διαπραγματευτεί εννέα φορές την ιστορία του ήρωά του, του εβραίου συγγραφέα Νέιθαν Ζούκερμαν. Αντιγράφω τους τίτλους και τις ημερομηνίες έκδοσης των έργων:

 

  1. Ο συγγραφέας-φάντασμα (1979)
  2. Ζούκερμαν Λυόμενος (1981)
  3. Μάθημα ανατομίας (1983)
  4. Το όργιο της Πράγας (1985)

(τα τέσσερα παραπάνω βιβλία εκδίδονται σε έναν τόμο πια με τον τίτλο «Ζούκερμαν δεσμώτης»)

  1. Η αντιζωή (1986)
  2. Αμερικάνικο ειδύλλιο (1997)
  3. Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998)
  4. Το ανθρώπινο στίγμα (2000)
  5. Φεύγει το φάντασμα (2007)

Ο συγγραφέας-φάντασμα που ανακαλεί ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της «σειράς» είναι ο φανταστικός συγγραφέας Ε. Ι. Λόνοφ, τον οποίο επισκέπτεται ο νεαρός Ζούκερμαν στο αγρόκτημα όπου ζει απομονωμένος και κατανοεί «γιατί το να κρύβεται κανείς σε καμιά τετρακοσαριά μέτρα υψόμετρο στις υπώρειες ενός βουνού μαζί με πουλιά και δέντρα μονάχα ίσως και να μην ήταν τόσο κακή ιδέα για έναν συγγραφέα». Πενήντα χρόνια αργότερα (διαβάζουμε στο «Φεύγει το φάντασμα») στα ίδια εκείνα μέρη έχει καταφύγει, από δεκαετίας ήδη, ο γερασμένος, άρρωστος και διάσημος πια συγγραφέας Νέιθαν Ζούκερμαν. Η ιστορία που αφηγείται το βιβλίο ξεκινάει όταν μετά από τόσα χρόνια απομόνωσης και εργασίας θα διανύσει τα 200 χιλιόμετρα που τον χωρίζουν από τη Νέα Υόρκη.

«Δεν υπάρχει πιο εγκόσμιος τόπος στον κόσμο», θα διαπιστώσει μια εβδομάδα αργότερα, «από τη Νέα Υόρκη, γεμάτη απ’ όλους εκείνους τους ανθρώπους με τα κινητά που πάνε σε εστιατόρια, έχουν ερωτικές περιπέτειες, αλλάζουν δουλειές, διαβάζουν τις ειδήσεις, αναλώνονται σε πολιτικά πάθη· κι εγώ είχα σκεφτεί να επιστρέψω, να ξαναρχίσω να ζω εκεί μετενσαρκωμένος, να ξαναπιάσω απ’ την αρχή όλα τα πράγματα που είχα αποφασίσει να παρατήσω – έρωτα, επιθυμία, καβγάδες, επαγγελματικές συγκρούσεις, όλη τη ρυπαρή κληρονομιά του παρελθόντος.»

Το σκηνικό του δράματος έχει στηθεί και περιμένει τον γέρο ερημίτη συγγραφέα, ο οποίος προχωράει – εν πλήρει συνειδήσει αλλά και ανίκανος να αντισταθεί – προς την καταστροφή και την ταπείνωση. «Στην εξοχή», θα πει, «δεν υπήρχαν πειρασμοί που θα μπορούσαν να με δελεάσουν και να γεννήσουν προσδοκίες. Είχα συνάψει ειρήνη με τις προσδοκίες μου. Αλλά, όταν έφτασα στη Νέα Υόρκη, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, η Νέα Υόρκη μού έκανε ό,τι κάνει σε όλους τους ανθρώπους – ξύπνησε τις πιθανότητες. Η ελπίδα ξεσπάει σαν επιδημία». Κι ως γνωστόν, όπου υπάρχει ελπίδα εκεί υπάρχει και η διάψευση.

Ο συγγραφέας Νέιθαν Ζούκερμαν θα γνωρίσει στη Νέα Υόρκη ένα νεαρό ζευγάρι συγγραφέων, θα αισθανθεί έντονη μετά από πολλά χρόνια απομόνωσης και μοναξιάς έλξη και επιθυμία για αυτή τη γυναίκα, θα έρθει αντιμέτωπος μ’ έναν φιλόδοξο και αδίστακτο βιογράφο τού μέντορά του Ε. Ι. Λόνοφ, θα συναντήσει μετά από πενήντα χρόνια την άρρωστη και ετοιμοθάνατη σύντροφο τού Λόνοφ, θα παρακολουθήσει – αποστασιοποιημένος πια – τις πολιτικές εξελίξεις των ημερών, θα δοκιμάσει άλλη μια διάψευση των ελπίδων για ίαση που του είχαν δημιουργηθεί από έναν ακόμη γιατρό.

Και σαν όλα αυτά να μην ήταν αρκετά για έναν ηλικιωμένο και άρρωστο άνθρωπο που επί έντεκα χρόνια απείχε συνειδητά από τη ζωή και είχε αφιερωθεί στη συγγραφική του δουλειά και στην παρακολούθηση της φθοράς του σώματος και του μυαλού του, θα βαλθεί να γράφει κιόλας για τα κατακλυσμιαία γεγονότα της Νέας Υόρκης. Γιατί ο Ζούκερμαν είναι συγγραφέας, ένας άνθρωπος υποχρεωμένος δηλαδή να οξύνει τον πόνο που βιώνει επιχειρώντας, εκ των υστέρων ή ταυτόχρονα, να τον περιγράψει, να τον εξηγήσει, να τον αναλύσει, να τον νοηματοδοτήσει, να τον απαθανατίσει.

«Άραγε το άθροισμα του πόνου που νιώθει κανείς», θα αναρωτηθεί, «δεν είναι αρκετά συγκλονιστικό και χωρίς τη μεγέθυνση που πλάθει η φαντασία, χωρίς τη φόρτιση των πραγμάτων με μια ένταση εντελώς εφήμερη στη ζωή, κάποτε έως και αόρατη; Για μερικούς δεν είναι. Για μερικούς, για πολύ λίγους, η μεγέθυνση αυτή, που πηγάζει αβέβαια από το τίποτα, συνιστά τη μόνη τους βεβαιότητα· κι αυτά που δεν βιώθηκαν, αυτά που υπονοήθηκαν, πλήρως αποτυπωμένα στο χαρτί, είναι η πραγματική ζωή – η ζωή που το νόημά της καταλήγει να βαραίνει περισσότερο.»

Ένα στοχαστικό μυθιστόρημα για τον έρωτα και τη φιλοδοξία, για την πολιτική και  το πένθος, για τη φθορά και το χάσμα των γενεών, για τη μνήμη και τα γηρατειά, για την πόλη και τη σύγχρονη ζωή. Γιατί για τον Φίλιπ Ροθ, όπως και για τον ήρωά του, «η μυθοπλασία δεν ήταν ποτέ αναπαράσταση. Ήταν στοχασμός σε αφηγηματική μορφή». Ο Ροθ είναι ένας συγγραφέας που διαρκώς σκέφτεται κι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του που πιο πολύ απ’ όλα απολαμβάνω στα βιβλία του, το γεγονός ότι πάντα βρίσκω πολλά πράγματα να υπογραμμίζω καθώς τα διαβάζω, πολλά πράγματα δηλαδή για να σκεφτώ και να συνειδητοποιήσω.

Ιδιαίτερες απολαύσεις

Σεπτεμβρίου 2, 2009 - 6 Responses

[Ό,τι ακολουθεί είναι τουλάχιστον πέντε-έξι-επτά χρόνων παλιό, από την εποχή των happy few δηλαδή κι ενός πάνδημου δημοψηφίσματος που είχαμε προκηρύξει τότε, και γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να μην ισχύει σε κάθε του σημείο ως σήμερα. Το θυμήθηκα όμως τις προάλλες, με τη φωτιά και τον πανικό των γρήγορων αποφάσεων και της ταχείας απομάκρυνσης από το σπίτι, κι έψαξα να το βρω – δεν δυσκολεύτηκα και πολύ]

Αν κάποιο διεστραμμένο πνεύμα εμφανιζόταν μπροστά μου και με ανάγκαζε να διαλέξω έναν μόνο ανάμεσα στον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα, θα έσκυβα και θα φιλούσα το χέρι του Παπαδιαμάντη, αλλά θα διάλεγα τον Καρκαβίτσα. Δεν είναι ακριβώς η διατύπωση του Παλαμά, μα είναι αυτό το νόημα της φράσης του, όπως την θυμάμαι αυτή τη στιγμή, από ένα άρθρο του περί Καρκαβίτσα που είχα υποχρεωθεί προ αμνημονεύτων ετών να διαβάσω και ακόμη δεν μπορώ να το ξεχάσω. Από τέτοια διεστραμμένα πνεύματα βρίθει, καθώς φαίνεται, και ο δικτυακός τόπος που φιλοξενεί τα έγγραφα και άλλα εγχειρήματά μας, γεγονός που, εκτός των άλλων, αποδεικνύεται περίτρανα και από το πλέον πρόσφατο δημοψήφισμα που προκηρύξαμε για τα καλύτερα βιβλία (από καταβολής κόσμου, οι αθεόφοβοι!), όπου καλούμε έναν-έναν και όλους μαζί τούς επιθυμούντες να συμμετάσχουν σε αυτό να επιλέξουν λίγα μόνο από τα βιβλία που θεωρούν σημαντικά και να αφήσουν στην άκρη άλλα τόσα που ενδεχομένως τα αγαπάνε περισσότερο. Επειδή όμως είναι αναπόφευκτο, αν πέσει κανείς στον βούρκο της διαστροφής, να βουλιάζει όλο και βαθύτερα, προτίθεμαι ευθύς αμέσως να προτείνω και να καταρτίσω μετά του δέοντος σχολιασμού μια ολόκληρη σειρά καταλόγων βιβλιοφιλικού χαρακτήρα, προκειμένου κυρίως (το ομολογώ) να βγάλω επιτέλους με αυτό τον τρόπο από μέσα μου τον δαίμονα της διαστροφής αυτής που από την πρώτη κιόλας νεότητά μου με τυραννάει και με απομακρύνει από τις αγνές χαρές της ζωής. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Τα πέντε (-έξι) βιβλία της ζωής μου, αυτά που περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα επηρέασαν τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου και την πορεία του βίου μου. Εννοώ δηλαδή τα βιβλία εκείνα που σε κάποια φάση της ζωής μου είχαν αποφασιστική επίδραση επάνω μου, ακόμη και αν σήμερα μου είναι απολύτως ξένα – όσο ξένο δηλαδή μπορεί να είναι το παρελθόν μας.  

 

  1. Μαρκ Τουέιν: Τομ Σόγερ (η πρώτη μου αναγνωστική εμμονή, που ακόμη και σήμερα το διαβάζω – από πέντε διαφορετικές εκδόσεις που έχω στο σπίτι μου – και θυμάμαι απ’ έξω ολόκληρες παραγράφους του). 
  2. Νίκος Καζαντζάκης: Ταξιδεύοντας Ιαπωνία – Κίνα (το πρώτο βιβλίο για ενηλίκους που διάβασα στη ζωή μου, ταξιδεύοντας με το πλοίο προς την Ιταλία, για να πέσω με τα μούτρα αμέσως μετά σε όλα τα βιβλία του κρητικού συγγραφέα και από εκεί στον Δάντη, στον Φάουστ, στον Νίτσε, στον Βούδα και να παραμείνω χρόνια ολόκληρα στη σκιά τέτοιων γιγάντων).
  3. Οδυσσέας Ελύτης: Ανοιχτά χαρτιά (περισσότερο κι από τα ποιήματά του, που πολύ νωρίς τα αγάπησα, είναι αυτή η συλλογή πεζών κειμένων του Ελύτη που μου πρόσφερε ένα σχέδιο βίου και σκέψης, το οποίο ενθουσιωδώς για πολλά χρόνια ακολούθησα).
  4. Χένρι Μίλερ: Τροπικός του Καρκίνου και Ανδρέας Μπρετόν: Νάντια (απ’ όπου κόλλησα την αγιάτρευτη ως σήμερα νοσταλγία για το Παρίσι, που διαρκώς με κατατρώει και με θρέφει, και την εμμονή στην αναζήτηση μιας ελευθερίας, δείγματα της οποίας εκεί πρωτοσυνάντησα).  
  5. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: Βορειοδυτικό πέρασμα, Cobra – Λεττριστές – Καταστασιακοί, εκδ. Ελεύθερος Τύπος (ένας καινούριος κόσμος στον οποίο άπαξ και εισήλθα μπήκαν σε τάξη και πήραν τις σωστές τους διαστάσεις και το σωστό τους νόημα όσα προηγήθηκαν).

Τα πέντε βιβλία που θα ήθελα να έχουν σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών μου. Που μπορώ μεν να τα εκθέσω με κάποιον τρόπο στην επίδραση αυτών των βιβλίων, μα δεν μπορώ (ευτυχώς) να κάνω και πολλά πράγματα παραπάνω.

 

  1. Οδυσσέας Ελύτης: Το μονόγραμμα (για την τρυφερή μελαγχολία του έρωτα).
  2. Χένρι Μίλερ: Ήρεμες μέρες στο Κλισύ (για τη ράθυμη αλλ’ όμως αδιαπραγμάτευτη χρήση της ελευθερίας).
  3. Ανδρέας Μπρετόν: Τρελός έρως (για τον μοναδικό έρωτα που αξίζει όλους τους ύμνους μας και για την ποιητική χρήση της ζωής).
  4. Benjamin Péret: Je ne mange pas de ce pain-la (όπως και οτιδήποτε άλλο του ιδίου, για την υποδειγματική ακεραιότητά του στην υπόθεση της επανάστασης και στην απελευθερωτική δύναμη της ποίησης).
  5. P.B. Shelley: Υπεράσπιση της ποίησης (για την πίστη του στη μεταμορφωτική δύναμη της ποίησης).

Τα πέντε βιβλία που θα έπαιρνα μαζί μου, για να περάσω όλη την υπόλοιπη ζωή μου εξόριστος και μόνος σε ένα ερημονήσι. Η πιο κλασική και δύσκολη λίστα, όπου οφείλω βέβαια, προτού αποφασίσω, να συνυπολογίσω ποικίλους παράγοντες, ακόμη και τον όγκο των βιβλίων – δεν θα επέλεγα για παράδειγμα σε μια τέτοια περίπτωση το Εκ περάτων (30 σελίδες) του Βύρωνα Λεοντάρη, όσο κι αν το αγαπάω.

 

  1. Όμηρος: Ιλιάδα
  2. Δάντης: Θεία Κωμωδία
  3. Φρειδερίκος Νίτσε: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα
  4. Έζρα Πάουντ: Κάντος
  5. Αισχύλος: Ορέστεια

Το μοναδικό βιβλίο που θα έπαιρνα μαζί μου, για να περάσω όλη την υπόλοιπη ζωή μου εξόριστος και μόνος σε ένα ερημονήσι.

 

  1. Δάντης: Θεία Κωμωδία.

Το τελευταίο βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσω πριν τον θάνατό μου. Η πιο δύσκολη απάντηση – από τη στιγμή που θα προφέρω τον τίτλο του θα φοβάμαι να το ξαναπιάσω στα χέρια μου.

 

  1. Dylan Thomas: Do not go gentle into that good night (δεν χρειάζεται ολόκληρο βιβλίο για να πεθάνει κανείς).

Τα πέντε βιβλία που στη ζωή μου ως σήμερα έχω διαβάσει, συστηματικά ή όχι, περισσότερες φορές από οποιαδήποτε άλλα.

 

  1. Οδυσσέας Ελύτης: Τα ποιήματα (και τα πεζά, τις συνεντεύξεις, τους αφορισμούς, τα σχόλια, τις επιστολές, τα ανέκδοτα, τις μεταφράσεις και ό,τι άλλο δικό του έχει πέσει στα χέρια μου).
  2. Ανδρέας Μπρετόν: Νάντια (κλπ, κλπ…).
  3. Ανδρέας Εμπειρίκος: Οκτάνα (κλπ, κλπ…).
  4. Δάντης: Κόλαση (από τη Θεία Κωμωδία, σε τρεις διαφορετικές μεταφράσεις και πολλά κομμάτια, που συνεχώς πληθαίνουνε, και από το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο).
  5. Όμηρος: Ιλιάδα (από τρεις-τέσσερις διαφορετικές μεταφράσεις και από το πρωτότυπο κείμενο).

Τα τρία βιβλία μου που έχουν πάνω τους τις περισσότερες σημειώσεις, υπογραμμίσεις ή οποιοδήποτε άλλο σημάδι από τις κατά καιρούς αναγνώσεις μου.

 

  1. Όμηρος: Ιλιάδα (με μπλε στυλό και προσεκτικά στο τωρινό μου αντίτυπο· με μολύβι και με στυλό διαφόρων χρωμάτων στο προηγούμενο).
  2. Νίκος Καζαντζάκης: Αναφορά στον Γκρέκο (με στυλό, ξανά και ξανά στα ίδια σημεία).
  3. Αλμπέρ Καμύ: Σημειωματάρια («αθλιότητα και μεγαλείο αυτού του κόσμου: δεν προσφέρει αλήθειες αλλά έρωτες»).

Πέντε κλασικά βιβλία (κι ακόμη παραπάνω) που δεν έχω διαβάσει ποτέ. Και άλλοτε λυπάμαι γι’ αυτό, άλλοτε ντρέπομαι (μα ήρθε πια η ώρα να το ομολογήσω) και άλλοτε δεν με νοιάζει καθόλου.

 

  1. Μαρσέλ Προυστ: Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (αλίμονο!).
  2. Γκυστάβ Φλωμπέρ: Μαντάμ Μποβαρύ.
  3. Σταντάλ: Το κόκκινο και το μαύρο, Το μοναστήρι τους Πάρμας.
  4. Ονορέ ντε Μπαλζάκ: ούτε μία σελίδα, ούτε μία γραμμή.
  5. Λέον Τολστόι: Πόλεμος και ειρήνη, Άννα Καρένινα.

Τρία βιβλία που έχω ξεκινήσει την ανάγνωσή τους περισσότερες από μία φορές, μα δεν έχω καταφέρει ακόμη να τα τελειώσω. Όσο κι αν το θέλω.

 

  1. Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Οι δαιμονισμένοι (είκοσι σελίδες στην πρώτη προσπάθεια, τριακόσιες είκοσι στην δεύτερη – αποδίδω τη δυσκολία μου να προχωρήσω παρακάτω σε προσωπική μου ιδιαιτερότητα και όχι στο ίδιο το βιβλίο, που δεν αποτελεί ωστόσο και υπόδειγμα προσεγμένης γραφής).  
  2. Φραντς Κάφκα: Τα ημερολόγια (εγκατέλειψα πια την προσπάθεια να διαβάσω αυτό το βιβλίο συστηματικά από την αρχή ως το τέλος και το ανοίγω κάθε τόσο για να διαβάσω όποια σελίδα τύχει – μπορεί και να το έχω διαβάσει ολόκληρο πια).
  3. Τζέημς Τζόυς: Οι Δουβλινέζοι (άγνωστο για ποιον λόγο).

Το βιβλίο που έχω στην κατοχή μου σε πολλές διαφορετικές εκδόσεις ή και σε πολλά πανομοιότυπα αντίτυπα.

 

  1. Ηράκλειτος: Περί φύσεως

Τα βιβλία που διαβάζω αυτές τις μέρες.

 

  1. Φώτης Τερζάκης: Το πνεύμα στην εξορία (Παπαϊωάννου – Καστοριάδης – Αξελός).
  2. Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ποιήματα (σε τρεις διαφορετικές μεταφράσεις, πηδώντας από τη μία στην άλλη).

Τέχνη Τύχη Τόλμη ΣΤΟΠ

Αυγούστου 30, 2009 - One Response

Ο Νίκος Καχτίτσης τηλεγραφεί στον Γιώργη Παυλόπουλο από την Αθήνα όπου βρίσκεται: «Στοππάκιους καταφθάνει ταχυδρομικήν άμαξαν νύκτα Πέμπτης Πάτρας ΣΤΟΠ Ετοιμάσατε επειγόντως κυνηγετικόν περίπτερον και κύνας ΣΤΟΠ Νομισματοκοπείον κατεστράφη ολοσχερώς ΣΤΟΠ Εργοστάσια αεριόφωτος ανθούν ΣΤΟΠ Πωλούνται νοσοκομεία με δόσεις ΣΤΟΠ»

Ο Γιώργης Παυλόπουλος απαντάει από τον Πύργο όπου διαμένει: «Ταξιδεύω μεσάνυχτα Σαββάτου με ταχυδρομικήν άμαξαν προς Γάνδην. ΣΤΟΠ Μεταφέρω φέρετρον Ερριέτας Χάνσεν ΣΤΟΠ Αναμείνατε εις εξέδραν. ΣΤΟΠ Άνθη πολλά παρακαλώ ΣΤΟΠ»

Κατόπιν τούτων των συνεννοήσεων οι δύο φίλοι θα συναντηθούν πράγματι εκείνο το Σάββατο στην εξέδρα του λιμανιού της Πάτρας. ΣΤΟΠ Τα δύο παιγνιώδη αλλ’ αποτελεσματικά τηλεγραφήματα τα βρήκα στο βιβλίο «Τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο (1952-1967)». ΣΤΟΠ Τα αντέγραψα εδώ για να τα διαβάσει η Δέσποινα και να μην πάψει να διαβάζει τις αλληλογραφίες των μεγάλων μας συγγραφέων ΣΤΟΠ Και για να γελάσουμε ΣΤΟΠ  

Των οικιών ημών εμπιπραμένων…

Αυγούστου 28, 2009 - 3 Responses

Όταν το Σάββατο το βράδυ, κατά τις έντεκα η ώρα, δόθηκε από τον συλλογικό και μεταδοτικό φόβο της φωτιάς και από το προσωπικό και οικογενειακό ένστικτο της αυτοσυντήρησης η εντολή για εκκένωση των σπιτιών μας, δεν υπήρχε περιθώριο για πολλή σκέψη· έπρεπε μέσα σε λίγα λεπτά να βάλουμε δυο-τρία-τέσσερα πράγματα στο αυτοκίνητο και να ξαναβγούμε στον δρόμο, μπροστά από το σπίτι, για να συνεχίσουμε, ανάβοντας – καπνιστές και μη – απανωτά τσιγάρα, την προσπάθεια ερμηνείας των σημάτων του καπνού που μας έστελνε η φωτιά από κάποια απροσδιόριστη αλλά σχετικά κοντινή απόσταση.

Η έλλειψη σχεδιασμού για ανάλογες περιστάσεις ήταν έκδηλη και ο πανικός, ως γνωστόν, δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος, με αποτέλεσμα η γειτόνισσα από απέναντι να βάλει στο αυτοκίνητό της τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες της, μερικά ζευγάρια παπούτσια κι έναν πρόχειρο μπόγο που ακόμη δεν μας έχει αποκαλύψει τι περιείχε, ενώ ο φίλος ψυχίατρος δεν σκέφτηκε να πάρει τον φορητό υπολογιστή που περιέχει όλα του τα αρχεία.

Ένας συνεπής βιβλιόφιλος όμως μπορεί να μη σκεφτεί να φορέσει κλειστά παπούτσια ή να πάρει μαζί του τον φορτιστή του τηλεφώνου του, όσον αφορά τα βιβλία του όμως δεν μπορεί παρά να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος για τέτοιες καταστάσεις: στο σημειωματάριό του, στον υπολογιστή του ή στο μυαλό του θα έχει, χωρίς αμφιβολία, συχνά πυκνά καταρτίσει και αναθεωρήσει λίστες με τα δέκα, με τα πέντε, με τα τρία βιβλία που θα φρόντιζε να διασώσει σε περίπτωση σεισμού, πλημμύρας ή φωτιάς, κοσμοχαλασιάς ή αυτοεξορίας.

Το πρώτο βιβλίο που έρχεται στο δικό μου μυαλό όποτε σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο είναι η Ιλιάδα του Ομήρου κι ακολουθούν, τα τελευταία χρόνια, η Θεία Κωμωδία του Δάντη, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες και Το βιβλίο της ανησυχίας του Πεσσόα. Αυτή τη φορά, ωστόσο, όταν νόμιζα ότι πραγματικά μπορεί να συνέβαινε, από το μυαλό μου δεν πέρασε κανένας άλλος τίτλος παρά μόνο η Ιλιάδα. Επειδή όμως, εδώ και δυο-τρεις εβδομάδες, στο Kit Πρώτων Βοηθειών του αυτοκινήτου μου έχω μονίμως πια μια έκδοση της Ιλιάδας κι ένα cd με τραγούδια του Tom Waits (καθώς και, συγκυριακά, κάποια ποιήματα του Δ.Π. Παπαδίτσα), δεν ασχολήθηκα με τα standards καθόλου.

Στην τσάντα μου υπήρχε ήδη το μαύρο μου σημειωματάριο, το ρολόι μου, δύο στυλό και ένα από τα βιβλία που διάβαζα ή ξαναδιάβαζα εκείνες τις μέρες (The library at night του Alberto Manguel). Πρόσθεσα σε αυτά τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας του Χαβιέρ Θέρκας, γιατί ήταν το επόμενο βιβλίο που θα έπιανα να διαβάσω, και ένα φλασάκι (δες κι εδώ) με τα δεδομένα της ζωής μου κι έξω απ’ την πόρτα. Η συνέχεια της ιστορίας μπορεί να είναι, εκ των υστέρων βέβαια, διασκεδαστική, διδακτική ή απλώς κοινότοπη, δεν άπτεται ωστόσο των βιβλιοφιλικών ενδιαφερόντων του παρόντος Ημερολογίου ανάγνωσης. Πέντε μέρες μετά πάντως μπορώ πια ν’ ανοίξω την Ιλιάδα μου στο Ψ 192 και εξής και να διαβάσω την περιγραφή της νεκρικής πυράς του Πατρόκλου:

Η πυρά όμως του νεκρού Πάτροκλου δεν άναβε· τότε πάλι άλλα στοχάστηκε ο γρήγορος στα πόδια θείος Αχιλλέας. Πήγε και στάθηκε μακριά από την πυρά και προσευχήθηκε στους δύο ανέμους, στο Βοριά και στο Ζέφυρο, και έταξε όμορφες θυσίες· και κάνοντας σπονδές με το χρυσό ποτήρι πολύ τους παρακαλούσε να έρθουν, για να καούν με τη φωτιά οι νεκροί μιας ώρα αρχύτερα και να αρχίσουν βιαστικά να καίονται τα ξύλα. Κι η γρήγορη Ίριδα, ακούοντας την προσευχή του, έτρεξε να φέρει την είδηση στους ανέμους. Εκείνοι μαζεμένοι όλοι στου δυνατού Ζέφυρου είχαν στρωμένο γλέντι· τρέχοντας η Ίριδα στάθηκε στο πέτρινο κατώφλι· κι εκείνοι, όταν την είδαν με τα μάτια τους, πετάχτηκαν και την προσκαλούσαν ο καθένας τους κοντά του· εκείνη πάλι αρνιόταν να καθίσει, και τους είπε: «Όχι να καθίσω! Γιατί θα πάω πίσω στα ρέματα του Ωκεανού, στη γη των Αιθιόπων, όπου κάνουν πλούσιες θυσίες στους αθάνατους, για να πάρω κι εγώ το μερτικό μου από τις θυσίες. Ο Αχιλλέας όμως παρακαλεί να έρθει ο Βοριάς και ο βοερός Ζέφυρος και τάζει όμορφες θυσίες, για να ξεσηκώσετε τη φωτιά να ανάψει, που απάνω της κείτεται ο Πάτροκλος και τον κλαίνε όλοι οι Αχαιοί».

Εκείνη έτσι μίλησε κι έφυγε, κι αυτοί οι δυο σηκώθηκαν με φοβερή βοή, σπρώχνοντας εμπρός τους τα σύννεφα. Γρήγορα έφτασαν για να φυσήσουν στη θάλασσα, και το κύμα σηκώθηκε κάτω από τον αέρα που σφύριζε. Έφτασαν στην εύφορη Τροία κι έπεσαν πάνω στην πυρά, κι η δυνατή φωτιά τριζοκόπησε δυνατά. Ολόκληρη τη νύχτα φούντωναν μαζί τη φλόγα της πυράς, φυσώντας με βοή, και ολόκληρη τη νύχτα ο γρήγορος Αχιλλέας, παίρνοντας ένα δίγουβο ποτήρι, έβγαζε από το μαλαματένιο κρατήρα κρασί και το έχυνε κάτω και πότιζε τη γη, ανακαλώντας την ψυχή του δυστυχισμένου Πάτροκλου. Όπως θρηνεί ένας πατέρας καίοντας τα κόκαλα του γιου του, του νιόπαντρου, που πεθαίνοντας πίκρανε τους δυστυχισμένους του γονείς, έτσι θρηνολογούσε κι ο Αχιλλέας καίοντας τα κόκαλα του συντρόφου του, καθώς σερνόταν κοντά στη φωτιά, στενάζοντας αδιάκοπα.

Την ώρα που βγαίνει ο Αυγερινός να μηνύσει το φως πάνω στη γη, και πίσω του απλώνεται, πάνω στη θάλασσα, η αυγή με το κρόκινο φόρεμα, την ώρα εκείνη πήρε να μαραίνεται η φωτιά κι οι φλόγες έσβησαν. Οι άνεμοι ξεκίνησαν να γυρίσουν πίσω στο σπίτι τους, κατά το Θρακικό πέλαγος, κι εκείνο φουσκώνοντας ανατάραζε τα νερά του. Τότε κι ο γιος του Πηλέα ξεμάκρυνε από τη φωτιά πέρα κι έγειρε αποκαμωμένος, και πάνω του έπεσε ο ύπνος γλυκός.           

Μια μέρα σαν τις άλλες, Borges, Taibo II και H.G.Wells

Αυγούστου 19, 2009 - 2 Responses

10.00 πμ. Βγαίνω από το σπίτι. Πριν μπω στο αυτοκίνητο για να φύγω κοιτάζω στο γραμματοκιβώτιο και βρίσκω μέσα δύο τεύχη του New Yorker (του Αυγούστου) και έναν χοντρό φάκελο που περιλαμβάνει ένα βιβλίο του Alberto Manguel (άλλο ένα) το οποίο δεν είχα στη βιβλιοθήκη μου· ο τίτλος είναι «Into the looking glass wood» και περιλαμβάνει ποικίλα αυτοβιογραφικά και δοκιμιακά κείμενα για την Αλίκη, τον Μπόρχες, τον Τσε Γκεβάρα, τον Κορτάσαρ, την ερωτική λογοτεχνία, τον Γκαίτε, τον Τσέστερτον, τον Αυγουστίνο κλπ.

Στην τσάντα μου έχω το μαύρο σημειωματάριό μου, τα «Ερωτευμένα φαντάσματα» του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο II και την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Βασιλειάδου «Ένταλμα σύλληψης». Γιατί υπάρχουν ορισμένα βιβλία που δεν θέλω να τα διαβάζω στο σπίτι, αλλά μ’ αρέσει να τα διαβάζω στον δρόμο. Τα μικρά αστυνομικά μυθιστορήματα του Τάιμπο με ήρωα τον ντετέκτιβ Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν είναι απ’ αυτά τα βιβλία. Κύριος σκοπός, λοιπόν, της σημερινής πρωινής εξόδου μου είναι να βρω μια σχετικά ήσυχη καφετέρια σ’ έναν κατά τ’ άλλα πολυσύχναστο δρόμο και να καθίσω εκεί όση ώρα χρειάζεται για να διαβάσω αυτό το βιβλίο – όχι περισσότερο από δυο ώρες δηλαδή.        

10.30 πμ. Μπαίνω στον Ελευθερουδάκη στην Κηφισιά. Αφού χαζέψω λίγη ώρα όλα τα ράφια, κατεβαίνω στον κάτω όροφο και διαλέγω για μένα την «Αυτοβιογραφία» του Τζον Στούαρτ Μιλ (ένα βιβλίο που πολύ καιρό τώρα σε αυτό το βιβλιοπωλείο το πιάνω στα χέρια μου και ξανά το αφήνω στη θέση του) και τις «Οδηγίες προς υπηρέτες» του Τζόναθαν Σουίφτ. Αυτό που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν ένα συγκεκριμένο βιβλίο της Μάργκαρετ Άτγουντ, μα έτσι κι αλλιώς δεν περίμενα να το βρω εκεί.

Ήθελα επίσης να αγοράσω ένα-δυο βιβλία για τον Νικόλα (10 χρονών) και, ευτυχώς, βρήκα αυτά ακριβώς που είχε ζητήσει απ’ όσα του είχα προτείνει το περασμένο Σαββατοκύριακο: τον «Πόλεμο των κόσμων» του Χ.Τζ. Ουέλς (γιατί η έκδοση που εγώ είχα διαβάσει στην ηλικία του δεν βρίσκεται πια στην κατοχή μου, όπως και κανένα άλλο βιβλίο της παιδικής μου ηλικίας) και την «Μηχανή που ταξίδευε στον χρόνο», του Χ.Τζ. Ουέλς επίσης, γιατί αυτό το έχω στα αγγλικά μόνο.

Ανεβαίνοντας στον επάνω όροφο για να πληρώσω και να φύγω έπεσε το μάτι μου σε μια ωραία έκδοση (Ελληνικά γράμματα) είκοσι περίπου αφηγημάτων του Έγδαρ Άλλαν Πόε στις ιστορικές μεταφράσεις του Κοσμά Πολίτη σε επιμέλεια του Στέφανου Μπεκατώρου και με πληρέστατο, όπως πάντα, δικό του επίμετρο. Πήρα τον τόμο στο χέρι μου, κατέβηκα τα σκαλιά, άφησα άλλη μια φορά στη θέση της την «Αυτοβιογραφία» του Μιλ, ανέβηκα στο ισόγειο και προχώρησα προς το ταμείο. Τις μισές από αυτές τις μεταφράσεις τις είχα ήδη στη βιβλιοθήκη μου, σε άλλη όμως έκδοση.

[Απόγευμα πια είμαι στο γραφείο μου. Δίπλα μου έχω τα βιβλία που αγόρασα σήμερα, Σουίφτ, Πόε και Ουέλς. Παίρνω από τη βιβλιοθήκη μου και ανοίγω τα «Δοκίμια» του Μπόρχες γιατί θυμάμαι ότι είχε ένα ενδιαφέρον μικρό κείμενο για τον Ουέλς, ο οποίος είναι από τους αγαπημένους συγγραφείς του Μπόρχες. Διαβάζω: «Ο Ουέλς, πριν υποκύψει στην κοινωνιολογική θεωρητικολογία, υπήρξε ένας αξιοθαύμαστος αφηγητής, ένας κληρονόμος των βραχυλογιών του Σουίφτ και του Ένγκαρ Άλαν Πόου»! Κλείνει η παρένθεση.]

11.30 πμ. Παρκάρισα το αυτοκίνητο και κάθομαι σε μια καφετέρια στην Κηφισιά. Έχω αντισταθεί και υπερνικήσει τον πειρασμό να ξεφυλλίσω τα δύο τεύχη του New Yorker που έχω μαζί μου ή το βιβλίο του Μανγκέλ ή, ίσως, τις γεμάτες απολαυστικό χιούμορ «Οδηγίες προς υπηρέτες» του Σουίφτ (άλλο ένα βιβλίο που προσφέρεται για ανάγνωση στον δρόμο), έχω παραγγείλει τον καφέ μου και, πιστός στον αρχικό μου προγραμματισμό, ανοίγω τα «Ερωτευμένα φαντάσματα» στην πρώτη τους σελίδα.

Στην πρώτη σελίδα υπογραμμίζω μια φράση που εξ όνυχος υποδηλώνει αυτό που σκέφτομαι για τούτον εδώ τον ντετέκτιβ, ότι δεν θέλει πια να αναλαμβάνει υποθέσεις, αλλά η περιέργειά του δεν τον αφήνει να ησυχάσει: «Πλησίασε, παραβιάζοντας την προηγούμενη απόφασή του να τα βλέπει όλα από μακριά». Στη σελίδα 37 το λέει πιο ξεκάθαρα: «Πράγματι τα κίνητρά του ήταν η αιώνια και ακόρεστη περιέργεια, η διάθεσή του να παρασύρεται σε ξένες ιστορίες, να χώνει εξ επαγγέλματος τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων. Επιπλέον, μερικές φορές τον πλήρωναν γι’ αυτό.» Και παρακάτω: «Κόντευε να κλείσει τα σαράντα, γερνούσε. Σκεφτόταν όλα αυτά επειδή θόλωναν στο νου του τα αρχικά του κίνητρα για δικαιοσύνη ενώ συνάμα συσσωρεύονταν, σαν κατακάθι της μοναξιάς, η αιώνια δόση περιέργειας. Ο ιδεαλισμός είχε παραχωρήσει τη θέση του στον υλισμό: ένιωθε πάντα περίεργος αλλά όλο και λιγότερο απονομεύς δικαιοσύνης».

Το κύριο ενδιαφέρον που βρίσκω σε αυτά τα βιβλία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ (όπως, εδώ που τα λέμε, και στα περισσότερα από τα αστυνομικά μυθιστορήματα που αγαπάω) είναι ο ήρωάς του, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, οι σκέψεις του, ο τρόπος ζωής του, η μελαγχολία του, ο κυνισμός του, ο ρομαντισμός του, καθώς και η πόλη στην οποία ζει· εν προκειμένω η Πόλη του Μεξικού.

Στη δεύτερη σελίδα υπογραμμίζω: «Ο Έκτορ θυμήθηκε ότι κάποιος του είχε πει κάποτε, όταν ήταν πιο νέος και η πόλη ήταν διαφορετική , πως δεν γίνεται να επιλέξεις τον τόπο όπου θα γεννηθείς, ούτε καν τον τόπο όπου θα πεθάνεις. Ειδικά ετούτη η πόλη δεν σ’ αφήνει να διαλέξεις τίποτα, ούτε τον τόπο ούτε τον τρόπο. μπορείς μόνο να υποταχτείς στη δική της μοίρα. Δεν μπορείς να πεις στο ένα ναι και στο άλλο όχι. Ή όλα ή τίποτα. Την παίρνεις ή την αφήνεις. Ή τη δέχεσαι ή κρύβεσαι κάτω από το κρεβάτι σου για να μη σε δαγκώσει. Και στο μεταξύ, είναι αδύνατο να μην εκπλήσσεσαι συνέχεια, παρόλο που γνωρίζεις κάθε γωνιά, κάθε σοκάκι της. Μολονότι ξέρεις πια όλες τις τρέλες που μπορεί να φανταστεί ετούτη η πόλη, πάντα θα υπάρχει μια καινούρια μακάβρια ιδέα».

1.30 μμ. Πληρώνω τον καφέ μου, σηκώνομαι από τη θέση μου και, αφού κάνω έναν μακρύ περίπατο στους δρόμους της Κηφισιάς, κατευθύνομαι προς το αυτοκίνητο και ξεκινάω για όπου έχω να πάω.

Στο σπίτι πια, ώρες αργότερα, ανοίγω τον τόμο με τα δοκίμια του Μπόρχες και, μεταξύ άλλων, διαβάζω στο κείμενο «Ο πρώτος Ουέλς» μια πασίγνωστη φράση του αργεντινού συγγραφέα που ταιριάζει απόλυτα με ό,τι σκεφτόμουν νωρίτερα για το αστυνομικό μυθιστόρημα του Τάιμπο: «Σε βιβλία σχετικώς μακροσκελή, το θέμα δεν μπορεί να ‘ναι παρά μια πρόφαση ή μια αφετηρία. Παίζει ρόλο στη σύνθεση του έργου· όχι στην απόλαυση της ανάγνωσης. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί σε όλα τα είδη· τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα δεν είναι αυτά που έχουν το καλύτερο θέμα».

Και παρακάτω για τα βιβλία του Χέρμπερτ Τζορτζ Ουέλς: «Είναι τα πρώτα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου· μπορεί να ‘ναι και τα τελευταία που θα διαβάσω… Σκέφτομαι πως κάποτε θα ενσωματωθούν, όπως ο μύθος του Θησέα ή ο μύθος του Αχασβήρου, στη συλλογική μνήμη του ανθρώπινου είδους και θα βλαστήσουν στους κόλπους της, ακόμα κι όταν θα ‘χει σβήσει η δόξα εκείνου που τα έγραψε, ακόμα κι όταν θα ‘χει πια πεθάνει η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν».

11.00 μμ. Πέφτω στο κρεβάτι. Στο κομοδίνο μου έχω τον «Αόρατο άνθρωπο», τη «Μηχανή που ταξίδευε στον χρόνο», τον «Πόλεμο των κόσμων» και τη συλλογή διηγημάτων «Ο άνθρωπος που έκανε θαύματα». Ξεφυλλίζω λίγη ώρα τα τέσσερα βιβλία του Ουέλς και διαλέγω, τελικά, τον «Αόρατο άνθρωπο».

Ξεκινάω την ανάγνωση.

Alberto Manguel, A Reading Diary

Αυγούστου 17, 2009 - 4 Responses

Υπάρχει μια κατηγορία βιβλίων που όσο κι αν τ’ αγαπάω και απολαμβάνω την ανάγνωσή τους (και σπεύδω μόλις πάρω χαμπάρι την ύπαρξή τους να τα προμηθευτώ) άλλο τόσο φοβάμαι να τα πιάσω στα χέρια μου και να τ’ ανοίξω στην πρώτη τους σελίδα. Γιατί εκ πείρας γνωρίζω ότι θα με κάνουν να ξεστρατίσω από κάθε μου προγραμματισμό και θα με παρασύρουν σε άλλα αναγνωστικά μονοπάτια για να βρεθώ πολύ σύντομα με ένα σωρό αρχινισμένα βιβλία στο πλάι μου και με τις υποθέσεις και τις σκέψεις μου ένα κουβάρι μες στο μυαλό μου.

Τέτοια είναι τα βιβλία που μιλάνε στις σελίδες τους για (πολλά) άλλα βιβλία. Αν μάλιστα ο συγγραφέας είναι από τους αγαπημένους μου (ή είναι απλώς καλός) και έχει επιπλέον οργανώσει με τέτοιον τρόπο το βιβλίο του ώστε να μη θυμίζει έργο αναφοράς (ακόμη και αν είναι), ο αναγνωστικός μου ίλιγγος είναι εξαρχής εξασφαλισμένος: θα αρχίσω να ανοίγω και να διαβάζω ή να ξαναδιαβάζω όποιο βιβλίο αναφέρεται εκεί μέσα χωρίς να μπορώ να σταματήσω για να τελειώσω το ένα πριν πιάσω το επόμενο.

Παραδείγματα, πολλά και διάφορα: «Ο δυτικός κανόνας» και το «Πώς και γιατί διαβάζουμε» του Χάρολντ Μπλουμ, «Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα» και «Τα μέτρα και τα σταθμά» του Διονύση Καψάλη, η «Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ, το «Διαφθορείς, εραστές, παραβάτες» του Άρη Μαραγκόπουλου, «Η ερωτική λογοτεχνία» του Jean-Jacques Pauvert και «Οι απελευθερωτές του έρωτα» του Alexandrian, «Η ιστορία των ουτοπιών» του Λιούις Μάμφορντ.

Γι’ αυτό προτιμώ και προσπαθώ τέτοιου είδους βιβλία να τα φυλλομετρώ και να τα διαβάζω αποσπασματικά και όχι συστηματικά ξεκινώντας από την πρώτη τους σελίδα για να καταλήξω στην τελευταία. Όπως έκανα δηλαδή με το βιβλίο του Alberto Manguel “A reading diary”, που τρία χρόνια τώρα το διέτρεχα και δεν είχα διαβάσει ολόκληρο παρά μόνο το κεφάλαιο που αναφέρεται στον «Δον Κιχώτη». Μέχρι τις προάλλες που σκέφτηκα ότι είναι καιρός πια να πω δυο λόγια για τον συγγραφέα από τον οποίο πήρε το όνομά του το παρόν μπλογκ και άνοιξα τα βιβλία του για να τα διαβάσω από την αρχή άλλη μια φορά (νομίζω ότι έχω έντεκα δικά του βιβλία στη βιβλιοθήκη μου).  

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ γεννήθηκε το 1948 στο Μπουένος Άιρες. Ο πατέρας του ήταν ο πρώτος πρεσβευτής της Αργεντινής στο Ισραήλ κι έτσι ο συγγραφέας έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Τελ Αβίβ μιλώντας σχεδόν αποκλειστικά αγγλικά και γερμανικά – για ν’ ακολουθήσουν στη συνέχεια της ζωής του τα ισπανικά και τα γαλλικά. Το 1964 ο τυφλός Χόρχε Λουίς Μπόρχες ζήτησε από τον Μανγκέλ, ο οποίος ήταν τότε δεκαέξι χρονών κι είχε επιστρέψει πια στην Αργεντινή, να πηγαίνει κάποια βράδια στο σπίτι του για να του διαβάζει. Ο νεαρός Μανγκέλ δέχθηκε, βέβαια, την πρόταση και αυτές οι συναντήσεις συνεχίστηκαν για τα τέσσερα επόμενα χρόνια, μέχρι που ο Αλμπέρτο Μανγκέλ εγκατέλειψε την Αργεντινή για να ζήσει για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια στη Βαρκελώνη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Μιλάνο, στην Ταϊτή, ωσότου εγκατασταθεί μόνιμα πια στο Τορόντο και γίνει καναδός πολίτης. Σήμερα ωστόσο ζει σ’ ένα μικρό χωριό της Γαλλίας, σε δικό του σπίτι μαζί με τα τριάντα χιλιάδες περίπου βιβλία του.

Έχει γράψει ενδιαφέροντα μυθιστορήματα, έχει γράψει εκπληκτικά δοκίμια (για την ανάγνωση, για τις βιβλιοθήκες, για την τέχνη, για τα παιχνίδια, για τον Όμηρο…), έχει συνθέσει πολλές εξαιρετικές ανθολογίες (ερωτικής λογοτεχνίας, φανταστικής λογοτεχνίας…) και έχει επιμεληθεί και μεταφράσει δεκάδες βιβλία. Από τον Μπόρχες διδάχθηκε ότι η ευτυχία μπορεί να βρεθεί στα βιβλία· «Δεν ξέρω γιατί ακριβώς πιστεύω ότι ένα βιβλίο φέρει μέσα του την πιθανότητα της ευτυχίας. Είμαι όμως πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτό το μικρό θαύμα», έλεγε ο Μπόρχες κι ο Αλμπέρτο Μανγκέλ φαίνεται να προσπαθεί σε όλη του τη ζωή να βρει την απάντηση σε αυτό το μυστήριο.

Το καλοκαίρι του 2002 αποφάσισε να ξαναδιαβάσει δώδεκα από τα πιο αγαπημένα του βιβλία (ένα για κάθε μήνα) και να κρατάει ημερολογιακές σημειώσεις από τις αναγνώσεις του, θέλοντας κυρίως να διαπιστώσει (ή πιο σωστά να επιβεβαιώσει) τον βαθμό που τα παλιά αυτά βιβλία αντανακλούσαν και σχολίαζαν καίρια τη σύγχρονή μας πραγματικότητα. Δημιούργησε έτσι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα που δείχνει και αποδεικνύει (σε όποιον δεν το γνώριζε ήδη) πόσο η λογοτεχνία και η ζωή ταυτίζονται και πόσο η μία πλουτίζει την άλλη – και η άλλη τη μία.

Τα δώδεκα βιβλία που ο Αλμπέρτο Μανγκέλ επέλεξε να ξαναδιαβάσει είναι τα εξής (δίνω τους τίτλους όλων στα ελληνικά εκτός των δύο που δεν έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας):

 

  1. Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Η εφεύρεση του Μορέλ
  2. Χ. Τζ. Γουέλς, Το νησί του δόκτορος Μορώ
  3. Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, Κιμ
  4. Φρανσουά-Ρενέ Σατωμπριάν, Memoirs from beyond the grave
  5. Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, Το σήμα των τεσσάρων
  6. Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, Εκλεκτικές συγγένειες
  7. Κένεθ Γκράχαμ, Ο άνεμος στις ιτιές   
  8. Μιγκέλ Θερβάντες, Δον Κιχώτης
  9. Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων
  10. Σέι Σόναγκον, Το κρυφό ημερολόγιο
  11. Μάργκαρετ Άτγουντ, Ανάδυση
  12. Χοακίμ Μαρία Ματσάδο ντε Ασσίς, The posthumous memoirs of Bras Cubas

Μεταφράζω και αντιγράφω δυο-τρεις από τις φράσεις που υπογράμμισα στο βιβλίο του Μανγκέλ, στο οποίο εκτός από τις ποικίλες κρίσεις και σχόλια που γεννιούνται στον συγγραφέα για τα βιβλία που διαβάζει περιλαμβάνονται επίσης πολλές παρατηρήσεις του και σκέψεις του για την πράξη της ανάγνωσης, για την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, για τη ζωή του καθώς και πλήθος από ερεθιστικές λίστες και ιδέες για βιβλία («Τρελοί επιστήμονες από την παγκόσμια λογοτεχνία», «Τα αγαπημένα μου αστυνομικά μυθιστορήματα», «Φανταστικές βιβλιοθήκες», «Οι πιο ενδιαφέροντες λογοτεχνικοί χαρακτήρες», «Περί αϋπνίας»).     

«Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο διαβάζουμε και για τον οποίο στις πιο σκοτεινές μας στιγμές επιστρέφουμε στα βιβλία: για να βρούμε λέξεις για αυτό που ήδη γνωρίζουμε.»

«Θα μπορούσα να συνθέσω ένα ημερολόγιο που να είναι φτιαγμένο αποκλειστικά από αποσπάσματα από άλλα ημερολόγια. Αυτό θα αντανακλούσε τη συνήθειά μου να σκέφτομαι με παραθέματα.»

«Μου φαίνεται πως καθώς διαβάζω κρατάω σημειώσεις, χωρίς να το συνειδητοποιώ, γι’ αυτό που κάποια μέρα θα ζήσω ή για κάτι που κάποτε έζησα μα δεν κατόρθωσα να το κατανοήσω.»

Είκοσι χρόνια μετά, ο Αρχίλοχος

Αυγούστου 12, 2009 - Leave a Response

Καταλαβαίνουμε από την πρώτη κιόλας διερευνητική ανάγνωση ότι ένας ποιητής θα αγγίξει από κάποια πλευρά την ψυχή μας (ή όποιο άλλο όργανο διαθέτει ο κάθε αναγνώστης γι’ αυτόν τον σκοπό), όταν διαβάζοντας τα ποιήματά του συναντήσουμε έναν έστω στίχο που θα μας αναγκάσει να σταματήσουμε για μια στιγμή το γύρισμα των σελίδων και να τον επαναλάβουμε κουνώντας τα χείλη μας ελαφρά για να τον ακούσουμε άλλη μια φορά και να δώσουμε στο μυαλό μας τον χρόνο να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει το μαγικό αποτέλεσμα που μόλις αντιληφθήκαμε να συμβαίνει μέσα μας. Ο στίχος αυτός θα είναι στο εξής το κλειδί που θα ξεκλειδώσει όλα ίσως τα ποιήματα του ποιητή και θα μας επιτρέψει να εισέλθουμε στον κόσμο του και να τριγυρίζουμε εκεί μέσα ελεύθερα.

Ο στίχος του Αρχίλοχου που από την πρώτη στιγμή σφηνώθηκε στο μυαλό μου και δεν έλεγε να ξεκολλήσει μέχρι, με οδηγό αυτόν, να ανακαλύψω και όλους τους υπόλοιπους ήταν ο εξής:

 για λίγο μόνο να γινότανε

το χέρι της Νεοβούλης να αγγίξω

Ο Αρχίλοχος δηλαδή που πρωτοδιάβασα, πριν ακόμη κλείσω τα είκοσι μου χρόνια, ήταν ένας τρυφερός ερωτικός ποιητής που, κι αν είχε ζήσει είκοσι έξι αιώνες πριν από τον καιρό μας, δεν επιθυμούσε κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ζητούσα κι εγώ τότε: να αγγίξει μια στιγμή το χέρι, έστω, του κοριτσιού που αγαπούσε – με την πονηρή μάλιστα και σχολαστική επισήμανση των φιλολόγων ότι ο ίδιος αυτός στίχος μπορεί ενδεχομένως να διαβαστεί έτσι που να δηλώνει την επιθυμία του ποιητή όχι μόνο ν’ ακουμπήσει απαλά την αγαπημένη του Νεοβούλη, αλλά να της βάλει χέρι. Ένας ερωτικός ποιητής ήταν, λοιπόν, κι αυτός, όπως η Σαπφώ (πιο τολμηρός όμως), την ποίηση της οποίας ήδη γνώριζα καλά και όσο κι αν αγαπούσα τους εξαίσιους ήχους που έβγαζε η λύρα της δεν έπαυα να τη βρίσκω μονόχορδη· σαν η ζωή της να ήταν ολότελα κυριευμένη από ένα μόνο πάθος – με χιλιάδες βέβαια αποχρώσεις και παραλλαγές.

Ο Αρχίλοχος όμως ήταν άλλο πράγμα. Αυτός ήταν συγχρόνως τρυφερός ερωτευμένος και παθιασμένος εραστής αλλά και πολεμιστής, ένας στρατιώτης ο οποίος μιλάει με τη δική του φωνή (και όχι με εκείνη του Ομήρου ή κάποιου άλλου επικού ποιητή, όπως έκανε ο Αχιλλέας ή ο Έκτορας, φερ’ ειπείν) και μιλάει για τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνει ο ίδιος και για τις μάχες που όλοι δίνουμε, στον πόλεμο και στον έρωτα, στις φιλίες και στην πολιτική, στη ζωή μας καθημερινά:  

είμαι στρατιώτης, τον Ενυάλιο Άρη υπηρετώ,

μα είμαι και ποιητής, το δώρο των Μουσών

που όλοι τ’ αγαπάνε πολύ καλά το ξέρω

Τι περισσότερο, τι πιο πλήρες μπορούσε να ζητήσει ένας νέος, φανατικός για γράμματα και, όπως όλοι οι νέοι, φανατικός για τη ζωή, προκειμένου ν’ αγαπήσει έναν ποιητή; Ρίχτηκα, πρώτη φορά τότε, με λύσσα να διαβάζω και να μεταφράζω τα αποσπάσματα του Αρχίλοχου. Κι αν είναι αλήθεια πως έμαθα αρχαία ελληνικά προσπαθώντας να διαβάσω τον Όμηρο (εννοώ πέρα από εκείνα που είχα ήδη διδαχθεί στο σχολείο μου), δεν είναι όμως και ψέμα αν προσθέσω ότι στην πραγματικότητα έμαθα αρχαία ελληνικά για να μεταφράσω τον Αρχίλοχο: δαπάνησα έναν περίπου χρόνο – μια δαπάνη που δεν μου απέφερε παρά μόνο κέρδος – παλεύοντας με τα θραύσματα και τις σπαραγμένες λέξεις του πάριου ποιητή, για να μη σταματήσω οριστικά παρά μόνο αφού είχα φέρει στη γλώσσα μου μια σαρανταριά από τα αποσπάσματά του. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τότε· βρήκα προχθές το τετράδιο με το κίτρινο εξώφυλλο που τα ‘χα γραμμένα και βάλθηκα να τα ξανακοιτάω.

μ’ έχει διαλύσει ολότελα κείνος ο πόθος,

φίλε μου, που παραλύει το σώμα.

Πάριο χρονικό

Αυγούστου 7, 2009 - 3 Responses

Οι στόχοι που συνηθίζω να θέτω (οι αναγνωστικοί μου στόχοι, εν προκειμένω) δεν είναι σε καμία περίπτωση εφικτοί και ρεαλιστικοί – δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορώ να σκεφτώ και να προγραμματίσω το άμεσο μέλλον μου με διαφορετικό τρόπο. Μια απρόσμενη παρτίδα βιβλίων που έφτασε στα χέρια μου κατά τις αρχές του Ιουλίου, μια δεκάδα ομοειδών βιβλίων που είχαν μαζευτεί στο ράφι της βιβλιοθήκης μου εδώ και λίγους μήνες και ορισμένες άλλου είδους συγκυρίες είχαν ως αποτέλεσμα να τεθεί ως στόχος του εφετινού καλοκαιριού η «Ανάγνωση ολόκληρης της νεότατης (και μέρους της νεότερης) ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής»· τίποτε λιγότερο. Είχα, εννοείται, εξαρχής συνείδηση του γεγονότος ότι η πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου θα είναι αν όχι ανέφικτη πάντως κοπιώδης και δυσκολότατη και γι’ αυτό τροποποίησα εγκαίρως τον αρχικό μου προγραμματισμό αποφασίζοντας να αφιερώσω και τις πρώτες δέκα ημέρες του μηνός Σεπτεμβρίου για την ολοκλήρωσή του.  

Ξεκινώντας για την Πάρο, κατά τα μέσα του Ιουλίου, είχα ήδη ριχθεί με όρεξη και ενθουσιασμό στην ανάγνωση ορισμένων μυθιστορημάτων της δεκαετίας μας, του Δημήτρη Σωτάκη και του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, της Λένας Κιτσοπούλου, της Εύης Λαμπροπούλου, της Αγγέλας Καστρινάκη. Όταν ήρθε, λοιπόν, η ώρα να φτιάξω τη βαλίτσα μου, την οποία θα την κουβαλούσα στο χέρι, έβαλα μέσα δύο μόνο βιβλία, της προηγούμενης αυτή τη φορά δεκαετίας: Του Φαίδωνα Ταμβακάκη το μυθιστόρημα «Οι ναυαγοί της Πασιφάης» και του Νάσου Θεοφίλου το μυθιστόρημα «Με ταχύτητα ηλικίας»· την τελευταία μόνο στιγμή έχωσα στην τσάντα που κουβαλάω στον ώμο μου και μία από τις πολλές εκδόσεις που έχω με ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη (εκδόσεις Γαβριηλίδη, μια παρουσίαση από τον Βασίλη Ρούβαλη).

Οι ιδανικές συνθήκες φιλοξενίας που βρήκα στην Πάρο είχαν ως αποτέλεσμα από τη μία να αναβάλω για μερικές μέρες την αναχώρησή μου από το νησί και από την άλλη να επανεξετάσω και εν μέρει να αναθεωρήσω την αδιαπραγμάτευτα απορριπτική μου στάση όχι απέναντι στα πούρα αλλά απέναντι στα κοκτέιλ, που αποτελούσε, εξάλλου, και το μοναδικό σημείο τριβής που είχα με τον Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, ο οποίος θεωρεί τα κοκτέιλ ένδειξη υψηλής πολιτισμικής στάθμης και συνηθίζει σε κάθε ευκαιρία να δηλώνει: «Η δίψα για νερό είναι πρωτόγονη, η δίψα για κρασί μαρτυρεί κουλτούρα και η δίψα για ένα καλό κοκτέιλ είναι αναμφίβολα η πιο εξελιγμένη».

Έχω διαβάσει όμως Ουελμπέκ και γνωρίζω μερικά πράγματα όπως ότι «το να ζεις δίχως ανάγνωση μπορεί να αποβεί επικίνδυνο, πρέπει να αρκείσαι σ’ αυτά που σου δίνει η ζωή, αλλιώς μπορεί να οδηγηθείς σε παράξενες ατραπούς». Έχω ζήσει μάλιστα και ο ίδιος καταστάσεις σαν αυτήν που περιγράφει στη σελίδα 102 της Πλατφόρμας: «Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα τίποτε να διαβάσω· έπρεπε να αντιμετωπίσω το υπόλοιπο της διαδρομής αβοήθητος, δίχως το παραμικρό έντυπο για να ξεχνιέμαι. Έριξα ένα βλέμμα γύρω μου, οι χτύποι της καρδιάς μου επιταχύνθηκαν, ο εξωτερικός κόσμος μού φάνηκε αίφνης πολύ εγγύτερος».    

Για να μη βρεθώ, λοιπόν, στη δυσάρεστη αν όχι εξοντωτική αυτή θέση έσπευσα στο πρώτο βιβλιοχαρτοπωλείο της Νάουσας που βρήκα και ανάμεσα στα δεκάδες ογκώδη «αναγνώσματα-κλεψύδρες, που τα διαβάζουν οι ταξιδιώτες στα υπεραστικά λεωφορεία και τα τρένα», κατά τη διατύπωση του Νάσου Θεοφίλου, κατόρθωσα να εντοπίσω ένα σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα που θεώρησα ότι θα μπορούσα να το διαβάσω μόλις θα ολοκλήρωνα την ανάγνωση των βιβλίων που είχα ήδη μαζί μου, «Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» του Νίκου Χρυσού (εκδ. Καστανιώτη). Ευτυχώς δεν απογοητεύτηκα, δεν το έχω ωστόσο τελειώσει ακόμη.

Δεν το έχω τελειώσει ακόμη, γιατί επιστρέφοντας στο σπίτι είχα πλέον ολόκληρη τη βιβλιοθήκη μου στη διάθεσή μου και έτσι αφέθηκα να παρασυρθώ σε παράλληλες αναγνώσεις: τα γράμματα (1960-1965) του Δημήτρη Παπαδίτσα στον Ε.Χ. Γονατά, «Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας», μερικά ποιήματα του Ρώμου Φιλύρα αλλά, κυρίως, τα αποσπάσματα του Αρχίλοχου. Γιατί συνειδητοποίησα ότι δεν γνωρίζω κανέναν συγγραφέα από την Πάρο. Είναι δυνατόν, σκέφτομαι, να μην έχει βγάλει το νησί αυτό ούτε έναν σημαντικό συγγραφέα; Ώσπου θυμήθηκα τον αγαπημένο μου Αρχίλοχο – πώς ήταν δυνατόν να ξεχνάω τον Αρχίλοχο; Γύρισα στο δωμάτιό μου κι άρχισα να διαβάζω Αρχίλοχο με λύσσα.

Για τον αρχαίο ποιητή θα τα πούμε οπωσδήποτε από βδομάδα. Ακολουθεί ένα σχετικό, κατά κάποιον τρόπο, παλιό ποίημα του Χάρη Βλαβιανού:

OXFORD BLUES, II

«Ο ποιητής του κολλεγίου; Ο τρελός του χωριού πιο σωστά.» (Ούτω πως ο Τσάρλι.)

Το ερώτημα έπαψε να υφίσταται

από τη στιγμή που κατέφθασε ο Μάρτιν

- ένα χωριατόπαιδο απ’ το Λάνκαστερ

που μπορούσε να στέκεται όρθιος στο μονόξυλο

και με το κοντάρι στο χέρι

ν’ απαγγέλλει μπαλλάντες του Καβαλκάντι στα ιταλικά!

«Εσύ δεν είσαι ο Έλληνας;

Μπορώ να δανειστώ τη γραφομηχανή σου;

Έχω να παραδώσω σε τρεις ώρες μια εργασία

για τα αττικά συμποτικά τραγούδια:

ουδέ καλάς σοφίας έστιν χάρις…

as they say my dear… Haris.»

Τη στιγμή που του την έδινα

ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι.

Γύρισα στο δωμάτιό μου

κι άρχισα να διαβάζω Σιμωνίδη με λύσσα.

Η επιστροφή από ένα νησί…

Αυγούστου 3, 2009 - 4 Responses

Είναι πάρα πολλά χρόνια τώρα που γυρίζοντας από ένα νησί θυμάμαι, αναζητώ στη βιβλιοθήκη μου (αν και τους ξέρω απ’ έξω πια) και μνημονεύω τους πρώτους στίχους από την Περιπέτεια του Δημήτρη Παπαδίτσα:

 Η επιστροφή από ένα νησί γεμίζει με έννοιες την ησυχία

Γιατί στο νησί μπορεί κανείς τη θάλασσα να τη μετρήσει

Και να τη βρει εφτά φορές πιο μεγάλη από το κέφι που κομίζει ο έρωτας

Σπανίως όμως συνεχίζω παρακάτω την ανάγνωση – ίσως γιατί δεν είναι οι έννοιες που με φοβίζουν κατά την επιστροφή μου απ’ τα νησιά και τα οροπέδια· ξεφυλλίζω τον χοντρό τόμο με τα ποιήματα του Παπαδίτσα και διαβάζω τους στίχους που βρίσκω σημαδεμένους με το στυλό μου στις σελίδες του. Κι είναι πάντα πολλοί, γιατί πάντα έτσι γίνεται με αυτόν τον ποιητή:

 

Όλα ήταν έτοιμα το χορτάρι ψήλωνε

Φυσούσε ο νοτιάς απ’ τη μεριά της αγάπης.

 ***

 Πώς να φύγεις; Η βροχή σε καρφώνει πάνω μου με χιλιάδες καρφιά

Έγινα εκείνο που θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή

Είμαι κι ο αγέρας όταν είσαι φωτιά.

 ***

 Το ν’ ακούει κανείς το πρωί τη βιασύνη των πουλιών

Το να ψάχνει στα μάτια των άλλων να ‘βρει λίγα τοπία

Το να αισθάνεσαι αλλιώτικος μετά από γλέντι όταν μένεις μόνος

Και παίζεις με την έχτρα και τη φιλία του εαυτού σου

Αυτό σημαίνει κίνδυνο

Σημαίνει αναγωγή της λύπης στη μονάδα

 

Πάντα έτσι γίνεται με αυτόν τον ποιητή· μόλις ένας έστω στίχος του υποπέσει στην αντίληψή μου ρίχνομαι με φόρα στα βιβλία με τα ποιήματά του (που τώρα πια είναι ένας ογκώδης τόμος των εκδόσεων Ευθύνη) και δεν σηκώνομαι από κει πριν περάσει πολλή ώρα ανάγνωσης. Είναι το νόημα που διαρκώς μεταβάλλεται και ακυρώνει κάθε βεβαιότητα, είναι τα ενδεχόμενα που ανοίγονται διάπλατα στα ποιήματά του, μα είναι, κυρίως, ο τόνος της φωνής του Δημήτρη Παπαδίτσα που με μαγεύει και με κρατάει δέσμιο της γοητείας του. Πολλά χρόνια πριν, τότε που έμενα στην Ικαρία, τα ίδια ακριβώς έκανα και τα ίδια ακριβώς έλεγα για αυτόν τον ποιητή.

 Ιδού:

Κατευθυνόμουνα προς το ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, που χρησιμοποιώ για γραφείο (όταν δεν είμαι αναπαυτικά μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι μου για να διαβάζω ή άβολα σκυμμένος πάνω από το πληκτρολόγιο και μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή για να γράφω), όταν έπεσε το βλέμμα μου στο ράφι, που φιλοξενεί στενάζοντας από το ασυνήθιστο βάρος όσα βιβλία μπόρεσα να έχω μαζί μου στο νησί. Είδα εκεί τον τόμο με τα ποιήματα τού Σολωμού και δίπλα τού Καρούζου, τα ποιήματα τού Hölderlin και δίπλα τού Ελύτη, τα ποιήματα τού Γιώργου Σαραντάρη και δίπλα τού Δημήτρη Παπαδίτσα. Εδώ αίφνης σταμάτησε το βλέμμα μου και δίχως να το πολυσκεφτώ άπλωσα το χέρι και παίρνοντας το βαρύ βιβλίο ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο κάνοντας σιωπηρή συμφωνία κυρίων με τον εαυτό μου ότι θα διαβάσω έτσι στα όρθια μόνο ένα ή δύο ποιήματα και ύστερα θα συνεχίσω τον δρόμο μου προς το ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, που χρησιμοποιώ για γραφείο (όταν δεν είμαι κτλ κτλ), για να αρχίσω – και να τελειώσω επιτέλους – αυτή την εργασία που μέρες τώρα κατά πάγια τακτική μου, με διάφορες προφάσεις και αφορμές, όλο αναβάλλω και καθυστερώ.

Όταν όμως στην τύχη άνοιξα τον τόμο με τα ποιήματα του Παπαδίτσα, που, αν και τ’ αγαπάω πολύ, είχα ίσως και μήνες να τ’ αγγίξω, στη σελίδα τριακόσια ενενήντα πέντε και διάβασα ανυποψίαστος και δυνατά τη μαγική φράση Θα λείπεις και φυσάει απ’ τη μεριά που λιγοστεύω, και ύστερα την ξαναδιάβασα και την ξαναδιάβασα, πάλι και πάλι, ήταν πια πολύ αργά για να κάνω πίσω. Διάβασα ολόκληρο το ποίημα, Αυτή που ήρθε ή που έφυγε, ένα ποίημα για την απουσία, για την παρουσία και για τον ερχομό, το αντέγραψα ολόκληρο σε μια κόλλα χαρτί και το ακούμπησα πάνω στον υπολογιστή, για να το βρω εκεί και να το διαβάσω την επόμενη φορά που θα πάω να τον ανοίξω για να γράψω ένα δικό μου ποίημα για την απουσία της και για την παρουσία της, πήρα πάλι το βιβλίο στα χέρια μου, κάθισα σε μια καρέκλα μες στη μέση του δωματίου και πέρασα την επόμενη ώρα διαβάζοντας μεγαλόφωνα όσα ποιήματα ήδη γνώριζα και όσα ποιήματα ή και μόνους στίχους με την πρώτη ματιά που έριχνα σε μια σελίδα μού τράβαγαν την προσοχή – και βρέθηκαν, για άλλη μια φορά, πολλοί.

Πάντα η ίδια ιστορία. Αρκεί ν’ ανοίξω έναν τόμο με ποιήματα, αρκεί, πολλές φορές, έστω να θυμηθώ και από μνήμης μου ν’ αναπαράγω έναν στίχο ποιήματος αγαπημένου (κι είναι γεμάτη η μνήμη μου από τέτοια θραύσματα), για να ξεστρατίσει ολότελα πια η προσοχή μου από οποιαδήποτε άλλη μέριμνα βιοτική, απ’ οποιαδήποτε σκέψη ή προβληματισμό, ανησυχία ή πρακτική αναγκαιότητα και σαν τον άνεμο του Εκκλησιαστή να επιστρέψω στον εαυτό μου, αφού θα έχω προηγουμένως περιπλανηθεί σε όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα, χωρίς στιγμή να εγκαταλείψω το κέντρο του κόσμου. Γιατί η ποίηση, κρίνω και ομολογώ εξ ιδίων τα αλλότρια, επενεργεί με αυτό τον μαγικό τρόπο στο πνεύμα του ανθρώπου: έχει τη δύναμη με μία μόνο φράση (Θα λείπεις και φυσάει απ’ τη μεριά που λιγοστεύω) να δημιουργεί ένα κύμα ανέμου τέτοιου που λιγοστεύει την πραγματικότητα από τη μια μεριά για να την προσφέρει πιο συνταρακτικά μετασχηματισμένη από την άλλη, όμορφη σαν τα μαλλιά της που τα παρασύρει μονομιάς ένα αεράκι προς τ’ αριστερά, όμορφη σαν τα τρεμάμενα χέρια ενός αλκοολικού.

 

Για τις μέρες που πέρασαν έλεγα να γράψω και για τα βιβλία που διάβασα, μα παρασύρθηκα πάλι από τον Παπαδίτσα. Δεν πειράζει.

Ένα ποίημα του Νάσου Δετζώρτζη

Ιουλίου 10, 2009 - Leave a Response

Κοιτάζουμε αμίλητοι το ύψωμα με το δάσο των πεύκων.

Κάποτε εκεί, σε μιαν απριλιάτικη λόχμη, γευθήκαμε μια γλυκύτατη εσπέρα.

Ρωτάς αν θυμάμαι, και λες πως τα πάντα θα ‘ναι πάλι σαν πρώτα.

Μεγάλος ο λόγος, – κι ας μη τον προδώσεις ποτέ.

 

Θα ήθελα να Σε φιλήσω στα μάτια.

Θα ήθελα να Σε σηκώσω στα χέρια μου σαν απίστευτο θάμα.

Θα ήθελα να Σε κλείσω στο στέρνο μου, σαν εκείνον που είχε φτάσει στο σύνορο και τον πνίγει η λαχτάρα για ό,τι τον έσωσε.

Μου γνώρισες πάλι το σούρουπο και το στερέωμα,

μου χάρισες πάλι τον έρωτα, – και τον εαυτό μου.

 

Νάσος Δετζώρτζης, Παραλλαγές στο ίδιο θέμα, εκδ. Γαβριηλίδης